Του Παναγιώτη Λιάκου
«Με άφησαν μόνο να πεθάνω. Τώρα που γέρασα το μόνο που θέλουν από μένα είναι η κληρονομιά».
Τούτη η φράση, που άλλοτε γίνεται βουβή σκέψη, στοιχειώνει τους ψυχρούς θαλάμους γηροκομείων και άλλων ιδρυμάτων, που «παρκάρονται» οι ηλικιωμένοι μέχρι την τελευτή τους. Παρόμοιες σκέψεις «σημαδεύουν» και τα διαμερίσματα, όπου έχουν εγκαταλειφθεί μητέρες, πατέρες, γιαγιάδες και παππούδες, με μοναδική τους συντροφιά την τηλεόραση και -συχνά- μια δεσποτική κυρία, που πληρώνεται για να «βοηθά» τον ηλικιωμένο πρόγονο. Επαναλαμβάνεται ακατάπαυστα τούτη η φράση. Με το στόμα και με τα μάτια. Με τον νου και την καρδιά. Αρκεί να βρεθεί άνθρωπος με ευαισθησία να την ακούσει και να νιώσει τον καημό μιας οντότητας σε σωματική αποδρομή και πνευματική αγωνία.Η σύγχρονη κοινωνία χαρακτηρίζεται από μια βαθιά ρωγμή στην αλυσίδα των γενεών. Οι γέροντες, οι φορείς της μνήμης, της εμπειρίας και του μόχθου, που ύφαναν το νήμα της ζωής μας στα πρώτα βήματά μας, αφήνονται να αργοσβήνουν βυθισμένοι στο έλος της μοναξιάς. Από σεβαστές μορφές υποβιβάζονται σε ενοχλητικά υπολείμματα ενός μακρινού, «άχρηστου» παρελθόντος.
Αυτή η γενιά που γιορτάζει με επισημότητα τα γενέθλια των… σκύλων της, που μαζεύει με θρησκευτική ευλάβεια τα περιττώματά τους από τον δρόμο φορώντας γάντια, δείχνει μια πρωτοφανή αδυναμία να ασχοληθεί με εκείνους που τη γέννησαν, την ανέθρεψαν, ξενύχτησαν, μάτωσαν και στερήθηκαν για να υπάρξει, να μεγαλώσει, να προκόψει. «Σιγά μην κάτσω να ξεσκατίζω τον γέρο» άκουσα να λέει φωναχτά μια γνωστή σε συνδιάλεξή της στο κινητό, την ώρα που μάζευε τα κόπρανα του σκύλου της από το πεζοδρόμιο. Ακόμα κι η ίδια θα εντυπωσιαζόταν από την ειρωνεία του πράγματος, αν συνειδητοποιούσε τι έπραττε την ώρα που τα ξεστόμιζε αυτά τα άθλια λόγια.
Ψυχαναλυτικά, το φαινόμενο είναι ενδεικτικό μιας βαθιά ναρκισσιστικής, αμυντικής στάσης. Η νέα γενιά, αντιμέτωπη με την περατότητα που ενσαρκώνει ο γέροντας, προβάλλει πάνω του τον δικό της φόβο του θανάτου και της φθοράς. Ο γονέας γίνεται καθρέφτης της δικής μας παρακμής, που έρχεται με βήμα αδυσώπητα σταθερό. Για να αποφύγει την αναγνώριση της κοινής μοίρας, το υποκείμενο επιλέγει την απόρριψη, την απόσταση, την εκχώρηση της φροντίδας σε τρίτους. Η οικιακή βοηθός γίνεται το ιδανικό «εργαλείο» απόσεισης ευθύνης. Πληρωμένο, αποστασιοποιημένο,
χωρίς συγγενικό ή ψυχικό δεσμό, που επιτρέπει την ψευδαίσθηση ότι το πρόβλημα «λύνεται τεχνικά». Όταν όμως αυτή η βοηθός, συχνά κακοπληρωμένη, καταλήγει να κακοποιεί ή να υποτιμά τον ηλικιωμένο, αποκαλύπτεται η βαθύτερη αλήθεια: η έλλειψη αγάπης δεν μπορεί να υποκατασταθεί από προφορικά συμβόλαια και διαδικασίες. Δεν είναι λίγα, άλλωστε, τα περιστατικά όπου οι «βοηθοί», αισθανόμενες το επερχόμενο βιολογικό τέλος του ηλικιωμένου προσώπου, πακετάρουν όσα αντικείμενά του έχουν βάλει στο μάτι και αναχωρούν μαζί με αυτά λίγες ημέρες ή ώρες πριν από το μοιραίο.Κοινωνικά, η έμπρακτη αυτή αχαριστία διαβρώνει τον ιστό της κοινότητας. Η οικογένεια, ως ο πρωταρχικός τόπος όπου μαθαίνει κανείς να είναι πρόσωπο διαμέσου του άλλου, αποδομείται. Ο γέροντας δεν είναι πια ο συνδετικός κρίκος που μεταδίδει γνώση και ήθος ως ζων φορέας των εμπειριών του συλλογικού βίου μας. Γίνεται «βάρος», που πρέπει να διαχειριστεί κάποιος: το κράτος ή ο ιδιωτικός τομέας. Η πολιτική συνέπεια αυτής της κατάστασης είναι η μετατροπή του κοινωνικού κράτους σε μηχανισμό διαχείρισης αξιοπρεπών ανθρώπων, που αντιμετωπίζονται σαν απόβλητα: με γηροκομεία ως αποθήκες ανθρώπων, με προγράμματα… ενεργού γήρανσης που συγκαλύπτουν την ουσιαστική εγκατάλειψη.
Σε εθνικό επίπεδο, το πρόβλημα λαμβάνει τραγικές διαστάσεις. Ένα έθνος που δεν σέβεται τους πρεσβύτερούς του χάνει τη συνέχεια του εαυτού του. Χωρίς μνήμη, χωρίς τους ζώντες φορείς της ιστορικής εμπειρίας, το έθνος μετατρέπεται σε άθροισμα μονάδων που καταναλώνουν το παρόν χωρίς να οφείλουν τίποτα στο παρελθόν και χωρίς να δεσμεύονται για το μέλλον. Η δημογραφική κατάρρευση που βιώνουμε είναι πρωτίστως πνευματική. Όταν οι νέοι δεν βλέπουν αξία στο να γίνουν γέροντες μέσα σε μια κοινότητα που τους τιμά, τότε και η τεκνοποιία χάνει το νόημά της. Γιατί να φέρεις παιδιά σε έναν κόσμο όπου τα γηρατειά είναι κατάρα και καταδίκη σε απομόνωση;
Η έλλειψη σεβασμού προς την τρίτη ηλικία δηλοί μια βαθιά κοινωνική και πολιτισμική κρίση. Αποκαλύπτει την απώλεια του μέτρου από τους ανθρώπους: προτιμάμε την υποτακτικότητα του κατοικίδιου από την τραυματική αλλά αυθεντική συνάντηση με τη φθορά, την υπηρεσία στον συνάνθρωπο και την ευγνωμοσύνη.
Για να υπάρξει ανάκαμψη, χρειάζεται μια ριζική αλλαγή τρόπου σκέψης. Να αναγνωρίσουμε ότι ο γέροντας δεν είναι «πελάτης» υπηρεσιών φροντίδας, αλλά ένα πρόσωπο όπου τέμνονται το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον μας.
Για το τέλος, καλό είναι να δοθεί ως οδηγία προς ναυτιλλομένους στον πολυκύμαντο ωκεανό του ανθρώπινου βίου ένα απόσπασμα από τους Νόμους του Πλάτωνα, από το μνημειώδες έργο του «Νόμοι»* (717, a6 – d5): «Πρώτα, λοιπόν, λέμε ότι, αν κάποιος απονέμει τιμές στους χθόνιους θεούς, μετά τους Ολύμπιους και τους θεούς που προστατεύουν την πόλη, δίνοντάς τους άρτιους, δεύτερους και αριστερούς (οιωνούς/προσφορές), θα πετύχαινε με τον πιο σωστό τρόπο τον στόχο της ευσέβειας. […] Μετά από αυτούς τους θεούς, ο συνετός άνθρωπος θα τελούσε λατρευτικές τιμές και προς τους δαίμονες, και έπειτα προς τους ήρωες. Μετά από αυτούς ακολουθούν τα ιδιαίτερα ιερά των πατροπαράδοτων θεών, όπως ορίζει ο νόμος, και στη συνέχεια οι τιμές προς τους γονείς όσο ζουν· καθώς είναι δίκαιο να αποδίδει κανείς όσα τους οφείλει, τα πρώτα και τα μεγαλύτερα χρέη, τα αρχαιότερα από όλα, και να θεωρεί ότι όλα όσα έχει και κατέχει ανήκουν σε εκείνους που τον γέννησαν και τον ανέθρεψαν, ώστε να τους τα προσφέρει για την εξυπηρέτησή τους με κάθε τρόπο: πρώτα από την περιουσία του, έπειτα από το σώμα του και τρίτον από την ψυχή του, ξεπληρώνοντας έτσι τα δάνεια φροντίδας και τους πόνους που υπέμειναν για χάρη του παλαιότερα, και ανταποδίδοντάς τα τώρα στα γεράματά τους, όταν έχουν μεγάλη ανάγκη. Σε όλη τη διάρκεια της ζωής του πρέπει κανείς να διατηρεί και να έχει προς τους γονείς του λόγο ευφημίας (καλό και σεβαστικό λόγο), ιδιαιτέρως· γιατί για ελαφρά και πεταχτά λόγια η τιμωρία είναι πολύ βαριά, αφού για όλα αυτά έχει οριστεί επιτηρητής η Νέμεση, αγγελιαφόρος της Δίκης».
*J. Burnet, Platonis opera, vol. 5, Oxford: Clarendon Press, 1907 (repr. 1967): St II.624a-969d.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου