Σάββατο, 5 Αυγούστου 2017

«Ω ΚΑΙΡΟΙ, Ω ΉΘΗ…»

Τι είναι χειρότερο; Μια ανήθικη διακυβέρνηση, φορέας της προόδου και της ανάπτυξης; Ή μια ηθική, στάσιμη και χωρίς τα εφόδια να ανταπεξέλθει σε δύσκολες πολιτικές προκλήσεις;
Γιατί, ιστορικά αποδεδειγμένα, ο συνδυασμός των χαρακτηριστικών πρέπει να επιφέρει, πάντα και χωρίς εξαιρέσεις, απώλειες, άλλοτε σημαντικές, άλλοτε όχι και τόσο; Ποια είναι τελικά η φόρμουλα της υγειούς πολιτικής διακυβέρνησης ενός δημοκρατικού κράτους; Είναι ο ηγέτης; Ο λαός; Η νομοθεσία; Η νοοτροπία…; Τις πραγματικά πταίει;
«Ο Tempora, O Mores» αναφώνησε ο Κικέρων κατά τη δεύτερη ομιλία του εναντίον του Ρωμαίου Κυβερνήτη της Σικελίας και η διαχρονικότητα του αποφθεύγματος αυτού, μας κάνει να αναλογιστούμε το κατά πόσο η πολιτική ως λειτούργημα, ως επιστήμη,
έχει αλλάξει ανά τους καιρούς και προς ποια κατεύθυνση. Μελετώντας τα παραδείγματα της ιστορίας βλέπουμε πως – ουσιαστικά – η επιστήμη και οι πρακτικές της πολιτικής ουδόλως  έχουν αλλάξει ανά τους αιώνες.
Η ανθρωπότητα είναι «καταδικασμένη» να επαναλαμβάνει τα ίδια λάθη, να ακολουθεί τις ίδιες τακτικές. Η αλλαγή προκαλεί τρόμο. Η πρόοδος δέος. Η στασιμότητα φέρνει ασφάλεια και η ασφάλεια ηρεμία. Το να εθελοτυφλείς μπροστά στην χειραγώγηση και την παραπλάνηση είναι κακούργημα! Και όσο ο νόμος δεν επεμβαίνει σε νοητικά και ηθικά εγκλήματα , το αμάρτημα αυτό οφείλει να βαραίνει τον άνθρωπο.
Από τον Αγαθοκλή των Συρακουσών του 3ου αι. π.Χ. Έως και τον Καίσαρα Βοργία του 15ου αι. μ.Χ. βλέπουμε την άσκηση του τεχνάσματος της πλάνης να πρωτοστατεί και να εγείρει κατευθυνόμενες επαναστάσεις μεγάλων μαζών για το κέρδος του ενός. Η Πολιτική αγγίζει τα όρια του «κλασσικού» και παίρνει χροιά Μακιαβελισμού, σύμφωνα με την οποία θεωρία, η κυβέρνηση ή ο κυβερνήτης της εκάστοτε χώρας μπορεί να μεταχειρίζεται οποιοδήποτε μέσον, ηθικά ορθό ή μη, εκτιμώντας τις περιστάσεις προκειμένου να προστατεύσει το κράτος του. Η πρακτική αυτή είναι εξαιρετικά αμφιλεγόμενη, μιας και συγκρούεται το χρέος του ηγέτη για ηθική και νομικά ορθή διακυβέρνηση, με την ευθύνη του να προστατεύει το κράτος και το λαό του, τα δικαιώματα και τις ελευθερίες του, διατηρώντας την ειρήνη και την ευημερία της κοινωνικής, πολιτιστικής και οικονομικής ζωής του έθνους του.
Ο Αγαθοκλής των Συρακουσών υπήρξε αμφιλεγόμενη προσωπικότητα και ελάχιστα δημοφιλής. Εκμεταλλευόμενος μια διαμάχη σε γειτονική πόλη, καλεί δύο ολιγάρχες, εκπροσώπους της κυβερνήσεώς του για να τους συμβουλευτεί και όταν εκείνοι εμφανίζονται με μικρή προσωπική φρουρά, ο ίδιος αρχίζει να ωρύεται πως αποπειράθηκαν να τον σκοτώσουν. Υποκινεί έτσι λαϊκή εξέγερση, η οποία παίρνει εντέχνως γρήγορα διαστάσεις και επιδέξια κατευθύνεται από τον ίδιο τον Αγαθοκλή εναντίον των προσωπικών του αντιπάλων και εχθρών.
Ο Καίσαρας Βοργίας, προκειμένου να επαναφέρει την ειρήνη και την υπακοή στην εξουσία σε μια νεοκατακτηθείσα περιοχή του, διορίζει αρχηγό της έναν άνδρα βίαιο και αποφασιστικό, δίνοντάς του πλήρη εξουσία. Όταν, τελικά, επιβάλλεται η ειρήνη και η ενότητα, αντιλαμβάνεται πως δεν υπάρχει πια ανάγκη για μια τόσο αυταρχική διοίκηση και έτσι την καθαιρεί. Οι φρικαλεότητες του παρελθόντος, όμως, είχαν προκαλέσει μίση, και ο Καίσαρας είχε την ανάγκη να διαχωρίσει το όνομά του από αυτές. Δίνει, λοιπόν, την εντολή να κάνουν τον βίαιο αυτό διοικητή κομμάτια σε μια πλατεία με ένα μαχαίρι, αφήνοντας ό,τι απέμεινε από εκείνον μαζί με το μαχαίρι εκτεθειμένα εκεί προς ανάμνηση, ικανοποίηση και δέος του λαού.
Η απόδοση ευθυνών μέσω της λαϊκής κατακραυγής δεν είναι ποτέ απόδοση δικαιοσύνης. Η προσφορά τέρψης και καθησυχασμού της λαϊκής οργής μέσω δημοσίων θεαμάτων, αφορά ένα τέχνασμα καθοδήγησης της κοινής γνώμης και ελέγχου των μαζών. Κάτι ανάλογο παρατηρούμε να συμβαίνει και στον πολύ κοντινό μας 20ο αι. μ.Χ.. Το «Ανάθεμα στον Λευτεράκη το Βενιζέλο» είναι ένα τρανό δείγμα ανάγκης για ενοχοποίηση, καταδίκης, χωρίς ουσιαστικές ενέργειες.
Η ουσία, επομένως, δεν είναι η απόδοση ευθυνών ώστε να «πληρώσει» ο ένοχος. Αντιθέτως, αποτελεί σιωπηρή παραδοχή της ανάγκης για παραπλάνηση.  Η ενοχοποίηση χωρίς ουσιαστικές συνέπειες κατά των ενόχων, είναι πάγια τακτική αποφυγής της αλήθειας. Αποφυγής της ανάληψης των καθηκόντων από μεριάς των αρμοδίων. «Στάχτη στο μάτια», θα έλεγαν πολλοί, για ένα κεκαλυμμένο έγκλημα. Μα ποιους πραγματικά βολεύει να ενοχοποιείς κοινωνικά και ηθικά, τη στιγμή που νομικά δεν πραγματοποιείται καμία ενέργεια; Ποιους, πραγματικά, βολεύει η εξαπάτηση της κρίσης του λαού μέσω τεχνασμάτων, χρήσης αποδιοπομπαίων τράγων και “πυροτεχνημάτων” δημοσιογραφικής επικαιρότητας;
Μήπως, τελικά, έχει έρθει η στιγμή για τον ελληνικό λαό να αποδείξει με τη σωφροσύνη του και την ωριμότητά του, ότι δεν είναι έρμαιο των διαθέσεων του εκάστοτε «ηγέτη», της παραπληροφόρησης και των πρακτικών εξαπάτησης των μαζών; Να αποδείξει πως έχει κριτική σκέψη, άποψη, πολιτική συνείδηση; Να αποδείξουμε, ατομικά και συλλογικά, πως δεν υποκύπτουμε στον αποπροσανατολισμό που τόσο επιδέξια χειρίζονται κάποιοι, κατ’ ευφημισμό «ηγέτες»;! Η προσκόλληση στη συντήρηση του παρελθόντος δεν ωφελεί.
Και είναι χρέος μας να αλλάξουμε την ιστορία της πολιτικής. Ως μονάδες ενός κοινωνικού συνόλου, ως πολίτες του ελληνικού κράτους, ως εκπρόσωποι του σπουδαίου έθνους μας. Είναι χρέος μας να αλλάξουμε την ίδια την ιστορία. Για να γίνει όμως αυτό σωστά, μέσω των άγραφων νόμων της ισχύουσας μετάβασης από την παγκοσμιοποίηση στην οικουμενικότητα, οφείλουμε, επί προσθέτως, να διατηρήσουμε την ταυτότητά μας η οποία απορρέει από την ίδια την ιστορία του έθνους μας.
«Τούτη την πατρίδα την έχομεν όλοι μαζί, και σοφοί κι αμαθείς, και πλούσιοι και φτωχοί, και πολιτικοί και στρατιωτικοί, και οι πλέον μικρότεροι άνθρωποι. Όσοι αγωνιστήκαμεν, αναλόγως ο καθείς, έχομεν να ζήσομεν εδώ. Το λοιπόν δουλέψαμεν όλοι μαζί να τη φυλάμε κι όλοι μαζί, και να μη λέγει ούτε ο δυνατός ‘εγώ’, ούτε ο αδύνατος. Ξέρετε πότε να λέγει ο καθείς ‘εγώ’; όταν αγωνιστεί μόνος του και φκιάσει ή χαλάσει, να λέγει ‘εγώ’. Όταν όμως αγωνίζονται πολλοί και φκιάνουν, τότε να λέμε ‘εμείς’. Είμαστε στο ‘εμείς’ κι όχι στο ‘εγώ’».

* Η Μαρία Γ. Μισέντου είναι Μέλος της Κεντρικής Επιτροπής Ε.Δ.Ε.Μ.
Γράφει η Μαρία Γ. Μισέντου

Δεν υπάρχουν σχόλια: