Κυριακή, 16 Ιουλίου 2017

ΓΙΑΤΙ Ο ΛΑΟΣ ΤΟ 1965 ΦΩΝΑΞΕ «ΜΗΤΣΟΤΑΚΗ ΚΑΘΑΡΜΑ!»: ΠΩΣ ΦΤΑΣΑΜΕ ΣΤΟ ΒΑΣΙΛΙΚΟ ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑ

Το πλήθος είχε καταλάβει όλο το πεζοδρόμιο, αντίκρυ δεξιά μας η Βουλή – άρχιζε η πολιορκία της. Φώναζα κι εγώ με τους άλλους, ώσπου έγδαρα το λαρύγγι μου: «Κάτω οι προδότες. Κάτω οι δούλοι της Αυλής. Ένας είναι ο αρχηγός, ο κυρίαρχος Λαός». Αγόρια και κορίτσια έφταναν ομάδες –ομάδες, ξεχώριζαν μερικά πανώ των Λαμπράκηδων∙ παίρναν θέση στο πεζοδρόμιο, ύστερα πέρασαν και στ’ αντικρινό, η πολιορκία της Βουλής γινόταν πιο στενή. Με το σούρουπο άρχισαν να φτάνουν οι εργαζόμενοι: υπάλληλοι καταστημάτων, εργάτες κι εργάτριες από τις βιομηχανίες γύρω στην Αθήνα και τον Πειραιά. Η πλατεία Συντάγματος γέμισε κι οι φωνές, σαν άγρια καταιγίδα, τάραζαν το πλήθος κύμα στο κύμα. Ο τόνος έγινε πιο τραχύς: «Μητσοτάκη, κάθαρμα».
Με τον όρο Αποστασία ή Ιουλιανά αναφέρεται στη σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας η περίοδος πολιτικής ανωμαλίας,  που ακολούθησε την αποπομπή της κυβέρνησης του Γεωργίου Παπανδρέου στις 15 Ιουλίου 1965 , έως την επιβολή της δικτατορίας των συνταγματαρχών την 21η Απριλίου του 1967.
Η Ένωση Κέντρου με επικεφαλής τον Γ. Παπανδρέου είχε νικήσει στις βουλευτικές εκλογές του Φεβρουαρίου του 1964,  με ένα από τα υψηλότερα ποσοστά στην ιστορία των ελληνικών εκλογών (52,72%). Και ο Γ. Παπανδρέου είχε σχηματίσει,  για πρώτη φορά,  αυτοδύναμη κυβέρνηση με 171 βουλευτές.
Αφορμή για τον εξαναγκασμό σε  παραίτηση  του Γ. Παπανδρέου  από την πρωθυπουργία τον Ιούλιο του 1965,  υπήρξε η διαμάχη του με τον τότε βασιλιά Κωνσταντίνο,  για το πρόσωπο του υπουργού Εθνικής Άμυνας και την αλλαγή του αρχηγού ΓΕΣ. 
Ο Παπανδρέου επιθυμούσε,
να αντικαταστήσει τον ως τότε υπουργό Πέτρο Γαρουφαλιά και τον αρχηγό ΓΕΣ στρατηγό Γεννηματά, οι οποίοι κατά την άποψή του,  ελέγχονταν από το παλάτι, με ανθρώπους της εμπιστοσύνης του. Συγκεκριμένα είχε επιλέξει ως νέο υπουργό Άμυνας το γιό του Ανδρέα Παπανδρέου, ο οποίος την ίδια περίοδο εφέρετο αναμεμιγμένος στην πολύκροτη υπόθεση «ΑΣΠΙΔΑ». Ο βασιλιάς αρνούνταν να υπογράψει τα σχετικά διατάγματα, αν δεν ενέκρινε πρώτα τους αντικαταστάτες τους.
Στις 7:00 το απόγευμα της 15ης Ιουλίου πραγματοποιήθηκε στα ανάκτορα (σημερινό Προεδρικό Μέγαρο, στην οδό Ηρώδου Αττικού) η τελευταία συνάντηση του Κωνσταντίνου με τον Παπανδρέου. Η συνάντηση διήρκησε μόνο δέκα λεπτά και επιβεβαίωσε το αδιέξοδο και τη ρήξη του Βασιλιά  με τον Πρωθυπουργό.
Οι προδότες χαμογελαστοί
Πενήντα λεπτά αργότερα, ορκίστηκε ο πρώτος «αποστάτης» Πρωθυπουργός, ο τότε πρόεδρος της Βουλής, Γεώργιος Αθανασιάδης-Νόβας, μέλος της Ενώσεως Κέντρου, ο οποίος είχε ήδη ειδοποιηθεί και περίμενε κρυπτόμενος σε ένα διπλανό δωμάτιο.  Επειδή η ορκωμοσία του Νόβα ήταν προφανώς προαποφασισμένη και προσυνεννοημένη με τον βασιλιά, ονομάστηκε και «κατεψυγμένος πρωθυπουργός».Η κυβέρνηση Νόβα ζήτησε ψήφο εμπιστοσύνης στις 4 Αυγούστου του 1965, αλλά καταψηφίστηκε από τους Βουλευτές.
Στις 18 Αυγούστου εντολή σχηματισμού κυβέρνησης παίρνει ο Ηλίας Τσιριμώκος, πρώην στέλεχος της ΕΔΑ (η κοινοβουλευτική  έκφραση του ΚΚΕ), αλλά και η δική του Κυβέρνηση καταψηφίζεται στη Βουλή.
Για δύο μήνες, ΙΟΥΛΙΟΣ ΚΑΙ ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ του 1965, η Αθήνα συγκλονίζεται από ογκώδεις διαδηλώσεις πολιτών, που αποδοκιμάζουν τους αποστάτες βουλευτές, εκδότες εφημερίδων  και τις ενέργειες του Βασιλιά. Φοβερά επεισόδια, άγριες συμπλοκές διαδηλωτών με την αστυνομία στο κέντρο της Αθήνας.
Τελικά,  δόθηκε εντολή σχηματισμού Κυβέρνηση στο στέλεχος της Ένωσης Κέντρου  Στέφανο   Στεφανόπουλο , που έλαβε ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή στις 24 Σεπτεμβρίου,   με 152 ψήφους υπέρ και 148 κατά. Η κυβέρνηση Στεφανόπουλου θα παραμείνει στην εξουσία ως την 21η Δεκεμβρίου 1966, οπότε και θα ανατραπεί,  ύστερα από συμφωνία του βασιλιά, του αρχηγού της ΕΡΕ Π. Κανελλόπουλου και του αρχηγού της Ε.Κ. Γ. Παπανδρέου,  για διορισμό υπηρεσιακής κυβέρνησης και διεξαγωγή εκλογών. Εκλογές , που δεν έγιναν ΠΟΤΕ, διότι τους πρόλαβαν οι Συνταγματάρχες, και την 21 Απριλίου του 1967 επέβαλαν στη χώρα μας καθεστώς στρατιωτικής Δικτατορίας.
Θα πρέπει να επισημάνουμε ότι, η  απέραντη κοινωνική δυσαρέσκεια  οδήγησε εκατοντάδες χιλιάδες λαού σε πρωτοφανείς αγώνες διαρκείας, κατά των κατεστημένων κέντρων εξουσίας, που αποφάσιζαν,  αγνοώντας τη βούληση του Λαού.

Η ΑΠΟΛΥΣΗ ΤΟΥ Γ.ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΑΣΙΛΙΑ
Η συνάντηση γίνεται στα ανάκτορα στις επτά το απόγευμα και είναι πολύ σύντομη. Και οι δυο πλευρές επιμένουν στις θέσεις τους. Ακολουθεί η εξής στιχομυθία:
ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ:  Ώστε, μεγαλειότατε, ευρισκόμεθα εν διαφωνία;  ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Δυστυχώς. Και αυτό σημαίνει ότι παραιτείσθε;
ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ: Βεβαιότατα. Αύριον θα σας υποβάλλω εγγράφως την παραίτησιν της Κυβερνήσεως μου.
ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Δεν χρειάζεται κύριε πρόεδρε. Μου αρκεί και η προφορική υποβολή της. θεωρώ την παραίτησίν σας ως δεδομένην από την στιγμήν αυτήν.
Η ενέργεια αυτή του Κωνσταντίνου ισοδυναμούσε με ουσιαστική απόλυση του πρωθυπουργού, αν ληφθεί υπόψη το τελείως παράτυπο της (εσπευσμένη «επισημοποίηση» προφορικής και μη καταγραμμένης παραίτησης). Εξάλλου, χαρακτηριστικό είναι ότι την ίδια ώρα ο Γαρουφαλιάς είχε διατάξει «αυτοβούλως» στρατιωτική επιφυλακή στην περιοχή της πρωτεύουσας (εν αγνοία του νόμιμου πρωθυπουργού),ενώ είχε ήδη μεθοδευτεί και η διάδοχη λύση.

Η πρώτη κυβέρνηση αποστατών
Μια ώρα περίπου μετά τη στιχομυθία αυτή, ο βασιλιάς ολοκληρώνει το κοινοβουλευτικό του «πραξικόπημα», ορκίζοντας στα ανάκτορα (εν αγνοία του ακόμη νόμιμου πρωθυπουργού Παπανδρέου) την πρώτη «κυβέρνηση αποστατών». Πρωθυπουργός αναλαμβάνει ο πρόεδρος της Βουλής Γεώργιος Αθανασιάδης Νόβας, με υπουργούς άλλα στελέχη της Ένωσης Κέντρου (Κ. Μητσοτάκης, Δ. Παπασπύρου, Σ. Αλαμανής, Γ. Μπακατσέλος κ.ά.).
Οι βασιλικοί χειρισμοί προκαλούν πραγματική πολιτική έκρηξη και ο Γ. Παπανδρέου καταγγέλλει εξοργισμένος τόσο τη στάση του Κωνσταντίνου, όσο και τα στελέχη του κόμματος του που δέχτηκαν να συμπράξουν μ’ αυτόν. Τους αποκαλεί «αποστάτες» και «προδότες» και καλεί το λαό ν’ αγωνιστεί για την αποκατάσταση της δημοκρατικής νομιμότητας. Κατά τις ημέρες που ακολουθούν η Αθήνα συγκλονίζεται από πρωτοφανείς σε όγκο και πάθος διαδηλώσεις, κατά τη διάρκεια των οποίων σκοτώνεται ένας φοιτητής (ο 23χρος Σωτήρης Πέτρουλας) και τραυματίζονται δεκάδες. Παράλληλα, στη Βουλή διαδραματίζονται «σκηνές απείρου κάλλους», με τους βουλευτές του Κέντρου ν’ αποδοκιμάζουν έντονα τα μέλη της νέας κυβέρνησης. Ιδιαίτερα έντονες είναι οι επιθέσεις κατά του Νόβα, που (ας σημειωθεί) εκείνες τις μέρες γίνεται και στόχος ειρωνικών επιθέσεων από τον κεντρώο Τύπο για το ποιητικό του παρελθόν. Παίρνει, μάλιστα, και το ελάχιστα τιμητικό τίτλο του «Γαρνάλατα» (για κάποιους άτυχους στίχους των οποίων φερόταν συγγραφέας).
Η κυβέρνηση Νόβα αποδοκιμάζεται από τη Βουλή στις 5 Αυγούστου, με 131 ψήφους υπέρ (25 των «αποστατών», 98 της ΕΡΕ και 8 του Κόμματος των Προοδευτικών του Μαρκεζίνη) και 167 κατά (145 της ΕΚ και 22 της ΕΔΑ). Μετά από το αποτέλεσμα αυτό, υποχρεώνεται να παραιτηθεί.
Η δεύτερη κυβέρνηση αποστατών.
Η αποδοκιμασία των ενεργειών του από τη Βουλή δεν πτοεί το νεαρό βασιλιά, που πρωτοστατεί σε παρασκηνιακές ενέργειες για τη «σαλαμοποίηση» του Κέντρου και την προσέλκυση και νέων βουλευτών του (με κύριο αντάλλαγμα την υπουργοποίησή τους). Έτσι, στις 20 Αυγούστου προχωρά στη συγκρότηση μιας δεύτερης κυβέρνησης «αποστατών», με πρωθυπουργό αυτή τη φορά τον άλλοτε κεντροαριστερό και εαμικό ηγέτη Ηλία Τσιριμώκο. Ο τελευταίος θα ισχυριστεί αργότερα ότι με την πράξη του εκείνη προσπάθησε να λειτουργήσει συμβιβαστικά και να αποτρέψει τον κίνδυνο της διαφαινόμενης στρατιωτικής δικτατορίας.
Η κυβέρνηση Τσιριμώκου αντιμετωπίζει πραγματική θύελλα λαϊκών αντιδράσεων. Λίγες ημέρες αργότερα αποδοκιμάζεται κι αυτή στη Βουλή, με μικρότερη όμως πλειοψηφία. Υπέρ της ψηφίζουν 135 βουλευτές (37 των «αποστατών» και 98 της ΕΡΕ) και εναντίον της 159 (134 της Ένωσης Κέντρου, 22 της ΕΔΑ και 3 του Κόμματος των Προοδευτικών).
Η τρίτη κυβέρνηση αποστατών.
Μετά και το νέο αυτό αποτέλεσμα, όλοι πιστεύουν ότι ο βασιλιάς θα ενδώσει επιτέλους και θα συμβάλει στην εκτόνωση της κατάστασης, οδηγώντας τη χώρα σε εκλογές (όπως ζητούσε ο Γ. Παπανδρέου). Όμως δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Αντίθετα, πεισματωμένος από τις αλλεπάλληλες αποτυχίες του, εντείνει (με τους συμβούλους του) τις προσπάθειες για απόσπαση και νέων βουλευτών του Κέντρου και δημιουργία τρίτης αυλικής κυβέρνησης. Έτσι (με τη συνεχιζόμενη διαρροή κεντρώων βουλευτών) προχωρά στις 18 Σεπτεμβρίου στην πρωθυπουργοποίηση του Σ. Στεφανόπουλου, ο οποίος (λίγες ημέρες πιο πριν) καταδίκαζε την αποστασία του Γ. Νόβα και του Η.Τσιριμώκου και καταψήφιζε τις κυβερνήσεις τους! Σημειώνεται ότι εκείνες της μέρες, πολλοί οπαδοί του Κέντρου θεώρησαν «ύποπτο» για φιλοβασιλισμό το ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ ΛΑΜΠΡΑΚΗ (που τελικά έμεινε πιστό στον Γ. Παπανδρέου) και έκαψαν δημόσια φύλλα των εφημερίδων «Τα Νέα» και «Το Βήμα».
Η νέα κυβέρνηση θα εμφανιστεί στη βουλή και στις 24 Σεπτεμβρίου θα πάρει την ποθούμενη ψήφο εμπιστοσύνης, με 152 θετικές ψήφους. Κατά τους μήνες που ακολουθούν, τα πρώην στελέχη του Κέντρου που είχαν συμπράξει με τ’ ανάκτορα, προχωρούν στη δημιουργία δικού τους κόμματος (φιλελεύθερο Δημοκρατικό Κέντρο), το οποίο δεν θα κατορθώσει ποτέ ν’ αποκτήσει έστω και στοιχειώδη λαϊκή βάση. Αντίθετα, η κυβέρνηση Στεφανόπουλου θα στηριχτεί απόλυτα στην ΕΡΕ (τη μεγάλη χαμένη των τελευταίων εκλογών του 1964), η οποία μάλιστα θ’ αντιπροσωπευτεί σε κυβερνητικό επίπεδο μ’ έναν υπουργό-τοποτηρητή.
Η κυβέρνηση Στεφανόπουλου θα παραμείνει στην εξουσία μέχρι το Δεκέμβριο του 1966 και επί των ημερών της θα μεθοδευτούν οι δίκες για την υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ και την υπόθεση της δολοφονίας Λαμπράκη (που θα πείσουν ελάχιστα για την αντικειμενικότητα τους). Τελικά, θα ανατραπεί από την ΕΡΕ και θ’ ακολουθήσουν οι κρίσιμες πολιτικές εξελίξεις που οδήγησαν στη δικτατορία της 21 ης Απριλίου 1967.

Καινούργια υπηρεσιακή κυβέρνηση
Η κυβέρνηση του Στέφανου Στεφανόπουλου (που ανέλαβε την εξουσία το Σεπτέμβριο του 1965) παραμένει στην εξουσία περισσότερο από ένα χρόνο, με την κοινοβουλευτική υποστήριξη της ΕΡΕ (της «χαμένης» των τελευταίων εκλογών του 1964). Κατά την περίοδο αυτή κατασιγάζονται σημαντικά τα έντονα πολιτικά πάθη και γίνεται κοινή συνείδηση στις ηγεσίες των δυο μεγαλύτερων κομμάτων (της Ένωσης Κέντρου και της ΕΡΕ) η ανάγκη της προσφυγής στις κάλπες. Στα μέσα Δεκεμβρίου επιτυγχάνεται σχετική συμφωνία μεταξύ Γ. Παπανδρέου – Π. Κανελλόπουλου (με τη σύμφωνη γνώμη και του Κωνσταντίνου) και στις 20 του ίδιου μήνα η ΕΡΕ ανακοινώνει ότι αποσύρει την εμπιστοσύνη της από την κυβέρνηση. Την επομένη ο Στεφανόπουλος παραιτείται, κλείνοντας με την ενέργεια του αυτή τη θλιβερή περίοδο των «Ιουλιανών». Ακολουθεί ο σχηματισμός μεταβατικής – υπηρεσιακής κυβέρνησης υπό τον Ιωάννη Παρασκευόπουλο (τον υπηρεσιακό πρωθυπουργό που είχε ενεργήσει τις εκλογές και του 1964), επιφορτισμένη να προετοιμάσει το δρόμο προς τη νέα και αποφασιστική εκλογική αναμέτρηση του Μαΐου 1967. Σημειώνεται ότι ο βασιλιάς δεν περιορίζεται στο να εγκρίνει τον κατάλογο των υποψήφιων υπηρεσιακών υπουργών (που όφειλε να του προτείνει ο νέος πρωθυπουργός) αλλά (κατά παράβαση κάθε συνταγματικής αρχής) τους επιλέγει ο ίδιος!
Η λύση Παρασκευόπουλου γίνεται και επίσημα αποδεκτή από τις ηγεσίες της ΕΡΕ και της Ένωσης Κέντρου, όχι όμως χωρίς προβλήματα. Πολλοί βουλευτές της ΕΡΕ εμφανίζονται να διαφωνούν με την επιλογή του Π. Κανελλόπουλου, ενόψει βέβαια και της διαφαινόμενης ήττας του κόμματος τους στις προσεχείς εκλογές. Σοβαρότερες είναι οι αντιδράσεις στους κόλπους της Ένωσης Κέντρου, όπου ο ηγέτης της κεντροαριστερής πτέρυγας Ανδρέας Παπανδρέου (γιος του ηγέτη του κόμματος) εκφράζει ανοιχτά τη δυσφορία του για το συμβιβασμό με την ΕΡΕ και το παλάτι και ζητά να καταγγελθεί η νέα κυβέρνηση και να αποδοκιμαστεί στη Βουλή. Η «ακραία» εκείνη πολιτική στάση του βρίσκει σύμφωνους δεκάδες βουλευτές της Ένωσης Κέντρου (περίπου 30-40), καθώς και μεγάλο μέρος των οπαδών του κόμματος.
Ο Γ. Παπανδρέου θα αντιδράσει δυναμικά στην «αριστερή εξέγερση» του γιου του και θα κάνει σαφές ότι όσοι καταψηφίσουν την κυβέρνηση του I. Παρασκευόπουλου, «θα θέσουν εαυτούς εκτός κόμματος». Με τη στάση του εκείνη υποχρεώνει τον Ανδρέα και τους πιστούς του βουλευτές να υποχωρήσουν και στις 13 Ιανουαρίου 1967 η κυβέρνηση Παρασκευόπουλου παίρνει ψήφο εμπιστοσύνης, με 215 «ναι», επί 276 παρόντων (δεν ψήφισαν υπέρ της οι βουλευτές της ΕΔΑ και οι «αποστάτες»).
Η κυβέρνηση αυτή θα παραμείνει στην εξουσία μέχρι τις 30 Μαρτίου 1967.

Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΛΥΣΗΣ ΤΟΥ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ
Η πραγματική αιτία της πτώσης της Κυβέρνησης Παπανδρέου ήταν το Κυπριακό. Δεν υπάρχει πλέον καμιά αμφιβολία,  ότι η πτώση της κυβέρνησης Παπανδρέου σχετίζεται και με τις εξελίξεις στο Κυπριακό και με την αποδοχή του σχεδίου ΑΤΣΕΣΟΝ. Ο Έλληνας  πρωθυπουργός είχε αρνηθεί να υποστηρίξει τις αμερικανικές προτάσεις επίλυσης του κυπριακού προβλήματος, επικαλούμενος το Σύνταγμα της Ελλάδας,  που απαγόρευε την παραχώρηση ελληνικού εδάφους. Πίεζαν οι αμερικανοί και βρετανοί διπλωμάτες , για την  παραχώρηση του Καστελόριζου στην Τουρκία, όπου  θα εγκαθιστούσε στρατιωτικές βάσεις, ως αντάλλαγμα,  για την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα.
ΕΝΝΕΑ χρόνια αργότερα, μετά τα Ιουλιανά του 1965, κατά περίεργη ιστορική συγκυρία,  στις 15 ΙΟΥΛΙΟΥ του 1974, η χούντα των Αθηνών ανατρέπει τον εκλεγμένο πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας Αρχιεπίσκοπο Μακάριο.
Με τον  γνωστό ισχυρισμό του Δικτάτορα Δ.Ιωαννίδη,  «Βγάλτε από τη μέση τον Παπά,  που δεν θέλει την Ένωση», ξεκίνησε το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου. Είχε προηγηθεί ,  επιστολή του  Μακάριου  στον «χουντοΠρόεδρο» Γκιζίκη στις   2 Ιουλίου 1974 , με την οποίαν  του ζητούσε, να αποχωρήσουν από την Κύπρο ΟΛΟΙ οι Έλληνες αξιωματικοί.
Το καθεστώς του Δικτάτορα  Ιωαννίδη είχε συμφωνήσει από τις αρχές του 1974, με ανθρώπους της αμερικανικής Πρεσβείας,  για το πραξικόπημα και  την ανατροπή του Μακαρίου. Μάλιστα το σχέδιο της πραξικοπηματικής ανατροπής ,  στις κρυπτογραφημένες συνομιλίες αναφερόταν με την κωδική ονομασία «Κόκα- Κόλα»!
Οι Αμερικανοί , που είχαν αντιληφθεί με ποιους συνομιλούσαν, είχαν «αποκοιμίσει»  τη χούντα με τη διαβεβαίωση ότι,  « σε περίπτωση ανατροπής του Μακαρίου, οι Τούρκοι δεν επρόκειτο να εκμεταλλευτούν την κατάσταση, για να εισβάλουν στην Κύπρο».

Δεν υπάρχουν σχόλια: