
«Οι τυραννίες γκρεμίζονται με αγώνες / της Λευτεριάς το παραμύθι με αίμα γράφεται».
Αλέκος Παναγούλης
Ηταν 13/81968 που ο Αλέκος Παναγούλης κρυμμένος στους λόφους στο Λαγονήσι, πυροδότησε εκρηκτικό μηχανισμό σε μια προσπάθεια να εκτελέσει τον δικτάτορα Γιώργο Παπαδόπουλο, ανατινάζοντας το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαινε.
Η προσπάθεια του αποτυγχάνει. Συλλαμβάνεται, καταδικάζεται σε θάνατο, φυλακίζεται και βασανίστηκε με απίστευτη αγριότητα χωρίς ποτέ να λυγίσει. Είναι αναμφισβήτητα ένας ήρωας της νεότερης Ελλάδας.
Γράφει ο ίδιος:
«Απομόνωση – Ιούνιος 1971. Μου είχανε αφαιρέσει τα πάντα. Δεν είχα ούτε ένα μολύβι ούτε λίγο χαρτί. Ούτε ένα βιβλίο ή μια εφημερίδα. Με αίμα ζωγράφιζα στους τοίχους του τάφου μου την αηδία μου για τη Χούντα, την οργή μου και την απόφαση για συνέχιση του αγώνα. Αυτές οι γραμμένες με αίμα λέξεις ήταν πραγματικά ζωγραφιές που “ομόρφαιναν” το κελί μου. Ήταν μια συντροφιά, που όταν την σκότωναν, εγώ την ανάσταινα με καινούργιο αίμα».

Οι βασανιστές του, έβγαλαν πάνω του μια απίστευτη σκληρότητα, εξαντλώντας όλη τη βαναυσότητα και την αρρωστημένη φαντασία τους καθημερινά.
Ο Παναγούλης κατάφερε να αντέξει, χωρίς ποτέ να κατονομάσει, να προδώσει, να λυγίσει ή να ζητήσει χάρη, αλλά και χωρίς να χάσει τα λογικά του.
Μέσα σε αυτό τον εφιάλτη, η ποίηση ήταν διέξοδος, ήταν ο τρόπος να γλιτώσει τον ψυχικό βιασμό, την τρέλα, να επιβεβαιώσει ότι υπάρχει. Τα καλύτερα ποιήματά του γράφονται στον τοίχο του κελιού, στις φυλακές του Μπογατίου. «Ένα σπιρτόξυλο για πέννα / αίμα χυμένο στο πάτωμα για μελάνι / το ξεχασμένο περιτύλιγμα της γάζας για χαρτί. / Μα τι να γράψω; / Τη διεύθυνσή μου μονάχα ίσως προφτάσω. / Παράξενο και πήζει το μελάνι / Μέσ’ από φυλακή σας γράφω / στην Ελλάδα».
Περνάει 4 ½ χρόνια «εντοιχισμένος» μέσα σε ένα κελί-τάφο, κάνει 3 απόπειρες να δραπετεύσει, 37 απεργίες πείνας με τη μεγαλύτερη να κρατά 47 μέρες, και γράφει πραγματικά διαμάντια, μια ολόκληρη σειρά βιωματικών και αγωνιστικών στίχων, το χιλιοτραγουδισμένο «Πάλης ξεκίνημα», ποιήματα που αν τα διαβάσεις δεν τα ξεχνάς ποτέ.
«Η πολιτική είναι καθήκον, η ποίηση είναι ανάγκη», λέει ο ίδιος προσπαθώντας να εξηγήσει πώς και γιατί έγραψε τους στίχους του. Μόνιμα χειροδέσμιος, αλλά μ’ ανυπότακτο νου, εξακολουθούσε να πιστεύει στον άνθρωπο και στη ζωή. «Θέλω να προσευχηθώ / με την ίδια δύναμη που θέλω να βλαστημήσω. / Θέλω να τιμωρήσω / με την ίδια δύναμη που θέλω να συγχωρήσω. (…) Θέλω να νικήσω / αφού δεν μπορώ να νικηθώ».
Ο Παναγούλης αναμετρήθηκε με τους τυράννους σ’ έναν αγώνα μέχρι τέλους. Στεκόταν μπροστά τους καταβεβλημένος, αιμόφυρτος,


.jpg)










