Του Μάνου Λαμπράκη
Η πρώτη εικόνα του χθεσινού επεισοδίου στη Βουλή δεν ήταν ο Αντώνης Σαμαράς που σηκώθηκε να μιλήσει, αλλά μια κυβερνητική παράταξη που δεν θέλησε να εκτεθεί στο ύψος της στιγμής. Η συζήτηση στην Ολομέλεια αφορούσε τέσσερις συμβάσεις με τη Chevron για έρευνα και εκμετάλλευση υδρογονανθράκων νοτίως της Κρήτης και της Πελοποννήσου, με όλη την πολιτική ένταση να συμπυκνώνεται στο άρθρο 30.
Κι όμως, απέναντι σε μια τέτοια σύγκρουση, η εικόνα που έμεινε ήταν η αμηχανία. Τα δημοσιευμένα ρεπορτάζ και το τηλεοπτικό πλάνο κατέγραψαν περιορισμένα και διακριτικά χειροκροτήματα, με ελάχιστες αναφορές σε βουλευτές της ΝΔ και ακόμη πιο παράδοξες αντιδράσεις από εκτός κυβερνητικού χώρου πρόσωπα.Και αυτή η αμηχανία δεν είναι λεπτομέρεια σκηνοθεσίας. Είναι πολιτική πληροφορία. Γιατί όταν ένας πρώην πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας και πρώην πρωθυπουργός ανεβαίνει στο βήμα και λέει προς την κυβέρνηση ότι δεν υπάρχουν «επαγγελματίες ανησυχούντες» αλλά «ερασιτέχνες εφησυχασμένοι», το ελάχιστο που οφείλει μια παράταξη στον εαυτό της είναι να αντέξει να ακούσει το ρήγμα της παρούσα. Αντιθέτως, χθες πολλοί προτίμησαν το γνωστό ελληνικό κοινοβουλευτικό άθλημα: να λείπουν από τη δύσκολη φράση και να επιστρέφουν στο ασφαλές χειροκρότημα της επόμενης ημέρας.
Όχι από διακριτικότητα. Από φόβο.
Από εκείνον τον μικρό, διοικητικό, καριερίστικο φόβο που παράγει τους πιο πειθαρχημένους αμνούς της εξουσίας.
Γιατί ο χθεσινός λόγος του Σαμαρά δεν ήταν μια απλή εσωκομματική γκρίνια ενός πρώην προέδρου της ΝΔ, όπως θα ήθελε το Μαξίμου να τον συσκευάσει για εσωτερική κατανάλωση. Δεν ήταν ούτε «παρέμβαση παλαιάς κοπής», ούτε ξέσπασμα ενός ηγέτη που ζητά να γίνει rembranding στο όνομά του.
Ήταν μια κεντρική πολιτική επίθεση στην ίδια τη γλώσσα με την οποία κυβερνά σήμερα ο μητσοτακισμός: στη γλώσσα της λείας εικόνας, της μετατόπισης, του επικοινωνιακού ατσαλακώτου, της διαρκούς υπεκφυγής πίσω από τεχνικούς όρους και θεσμικές παρενθέσεις. Όταν ο Σαμαράς μίλησε για «δόγμα του όπου φυσάει ο άνεμος» και για εξωτερική πολιτική που χαρακτηρίζεται από «επικοινωνιακά σόου», δεν έριξε απλώς μια ατάκα.
Περιέγραψε με ακρίβεια το κυρίαρχο ύφος του σημερινού συστήματος εξουσίας: ένα ύφος που συγχέει τη στρατηγική με το branding και τη γεωπολιτική με το μοντάζ.
Εδώ ακριβώς είναι η δύναμη της ομιλίας του. Πήρε μια συζήτηση που η κυβέρνηση θέλησε να παρουσιάσει ως εθνικά αυτονόητη και επενδυτικά θριαμβευτική και την έσυρε πίσω στο πεδίο της σύγκρουσης, εκεί όπου ανήκει. Γιατί οι συμβάσεις αυτές δεν είναι αθώες γραφειοκρατικές πράξεις. Αφορούν θαλάσσιες περιοχές που τέμνονται με ολόκληρη τη μεγάλη εκκρεμότητα της ελληνικής ΑΟΖ, με το τουρκολιβυκό μνημόνιο, με το ερώτημα τι σημαίνει κρατική βούληση στην Ανατολική Μεσόγειο.
Και ο Σαμαράς έκανε αυτό που η κυβέρνηση ήθελε να αποφύγει: αρνήθηκε να αφήσει την έννοια της κυριαρχίας να θαφτεί κάτω από τον χαρτοφύλακα της «θεσμικής κανονικότητας».
Το κέντρο της παρέμβασής του ήταν το άρθρο 30, ιδίως η παράγραφος 3. Και εδώ χρειάζεται να ειπωθεί το ουσιώδες χωρίς υπεκφυγές: ο Σαμαράς δεν έκανε φθηνό πατριωτικό θόρυβο. Δεν είπε το νομικά αφελές ότι μια ιδιωτική σύμβαση «εκχωρεί» αυτομάτως κυριαρχικά δικαιώματα. Είπε κάτι σοβαρότερο: ότι ένα κράτος δεν νομιμοποιείται να βάζει στη δική του νομοθετημένη γλώσσα ρήτρες που προεγγράφουν ενδεχόμενη απομείωση περιοχής σε μια ζώνη όπου το μοναδικό νέο δεδομένο από το 2019 είναι το παράνομο τουρκολιβυκό μνημόνιο.
Αυτό ήταν το αληθινό του επιχείρημα.
Και γι’ αυτό χτύπησε τόσο δυνατά.
Επειδή δεν έμεινε στο σύνθημα. Πήγε στη φράση.
Πήγε στη λέξη.
Πήγε στο σημείο όπου η πολιτική γίνεται γραμματική της ισχύος.
Η απάντηση του Σταύρου Παπασταύρου ήταν αποκαλυπτική ακριβώς επειδή ήταν αμυντική. Ο υπουργός αντέτεινε ότι τέτοιες συμβάσεις με ιδιωτικές εταιρείες δεν μπορούν να εκχωρήσουν κυριαρχικά δικαιώματα και ότι η διάταξη «προστατεύει το δημόσιο συμφέρον».
Ωραία. (Γελάμε)
Αυτό είναι η τυπική κυβερνητική θέση.
Αλλά η πολιτική δεν εξαντλείται στο τι «δεν μπορεί» να γίνει νομικά. Κρίνεται και από το τι αφήνεις να αιωρείται,







