
Χρειάστηκαν επτά ολόκληρα χρόνια για να συμβεί κάτι που θα έπρεπε να θεωρείται αυτονόητο σε ένα κράτος δικαίου. Η υπόθεση του Λάμπρου Γούλα, του νεαρού που συνελήφθη και βασανίστηκε από δυνάμεις των ΜΑΤ στα Εξάρχεια τον Νοέμβρη του 2019, φτάνει πλέον σε νέο στάδιο, καθώς ολόκληρη η διμοιρία που συμμετείχε στο περιστατικό παραπέμπεται σε ανακριτή για το κακούργημα των βασανιστηρίων.
Πρόκειται για μια εξέλιξη με ιδιαίτερη βαρύτητα. Όχι μόνο λόγω της σοβαρότητας των καταγγελιών, αλλά και επειδή για πρώτη φορά δεν μιλάμε για αναζήτηση ευθυνών σε μεμονωμένους αστυνομικούς, που χρησιμοποιείται συνήθως ως άλλοθι για να διασωθεί ο μηχανισμός. Εδώ η υπόθεση αφορά μια ολόκληρη διμοιρία ΜΑΤ. Δηλαδή μια οργανωμένη ομάδα καταστολής που λειτούργησε συλλογικά και της οποίας η δράση ερευνάται πλέον ως ενιαίο σύνολο.
Το πόρισμα του Συνηγόρου του Πολίτη, που σύμφωνα με δημοσίευμα της ΕφΣυν «ξεγύμνωσε» την αστυνομική αυθαιρεσία, είναι καταπέλτης για τον τρόπο με τον οποίο η ΕΛ.ΑΣ. χειρίστηκε την υπόθεση. Η εσωτερική έρευνα κρίθηκε ελλιπής, προβληματική και ουσιαστικά διεκπεραιωτική. Δεν αναζητήθηκαν επαρκώς κρίσιμοι μάρτυρες, δεν αξιοποιήθηκαν όπως θα έπρεπε οι ιατρικές γνωματεύσεις, ενώ το μεγαλύτερο βάρος δόθηκε στις καταθέσεις των ίδιων των αστυνομικών.
Ακόμα πιο αποκαλυπτικό είναι το γεγονός ότι ο Συνήγορος του Πολίτη είχε ζητήσει από νωρίς την αναβάθμιση της διαδικασίας σε Ενορκη Διοικητική Εξέταση, καθώς υπήρχαν σοβαρές ενδείξεις παραβίασης του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που απαγορεύει ρητά τα βασανιστήρια και την απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση. Ωστόσο, η ΕΛ.ΑΣ. προτίμησε να κινηθεί με τους γνωστούς αργούς και γραφειοκρατικούς ρυθμούς, δίνοντας την εντύπωση ότι στόχος ήταν περισσότερο η συγκάλυψη παρά η διερεύνηση.
Δεν είναι η πρώτη φορά που βλέπουμε το ίδιο έργο. Κάθε φορά που προκύπτουν σοβαρές καταγγελίες για αστυνομική βία, ενεργοποιείται ένας μηχανισμός καθυστερήσεων, αναβολών και εσωτερικών ερευνών που καταλήγουν συνήθως στο τίποτα. Η ατιμωρησία έχει μετατραπεί σε οργανικό στοιχείο της λειτουργίας των σωμάτων καταστολής.
Στην περίπτωση του Λάμπρου Γούλα, όμως, υπήρξε μια σημαντική παράμετρος. Ο ίδιος αθωώθηκε ομόφωνα το 2021 από τις κατηγορίες που του είχαν αποδοθεί. Η δικαστική αυτή εξέλιξη αποδυνάμωσε αποφασιστικά το αφήγημα των αστυνομικών και ενίσχυσε την αξιοπιστία των καταγγελιών του για όσα υπέστη τη νύχτα της σύλληψής του.
Ασφαλώς, πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι το πόρισμα του Συνηγόρου του Πολίτη δεν έχει δεσμευτική δικαστική ισχύ. Δεν καταδικάζει κανέναν. Αποτελεί όμως ένα εξαιρετικά σημαντικό θεσμικό ντοκουμέντο, το οποίο καταγράφει με σαφήνεια τις παραλείψεις, τις αντιφάσεις και τα κενά της αστυνομικής έρευνας και μπορεί να λειτουργήσει ως κρίσιμο στοιχείο στην ποινική διαδικασία που βρίσκεται σε εξέλιξη.
Το ερώτημα παραμένει αμείλικτο: αν χρειάστηκαν επτά χρόνια για να φτάσει μια τόσο κραυγαλέα υπόθεση στο γραφείο του ανακριτή, πόσες ακόμα υποθέσεις αστυνομικής βίας θάφτηκαν οριστικά στα συρτάρια των υπηρεσιών;
Η υπόθεση Γούλα δεν αφορά μόνο έναν άνθρωπο. Αφορά το δικαίωμα ολόκληρης της κοινωνίας να γνωρίζει ότι οι μηχανισμοί καταστολής δεν βρίσκονται υπεράνω νόμου. Αφορά την απαίτηση να λογοδοτούν όσοι ασκούν κρατική βία. Και κυρίως αφορά τη μάχη απέναντι σε μια κουλτούρα ατιμωρησίας που εδώ και δεκαετίες συνοδεύει τις πιο σκοτεινές πλευρές της αστυνομικής δράσης.
Γιατί όταν οι βασανιστές προστατεύονται και τα θύματα χρειάζονται επτά χρόνια για να δικαιωθούν έστω και στοιχειωδώς, τότε το πρόβλημα δεν είναι μερικοί επίορκοι αστυνομικοί. Το πρόβλημα είναι βαθύτερο,


.webp)








