Από τον Kώστα Καββαδία
(Ανανεωμένο) Η ηχηρή απουσία του Κώστα Καραμανλή από το συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας είχε ήδη προκαλέσει ισχυρούς κραδασμούς στο παραπαίον κυβερνών κόμμα, όμως η χθεσινή του παρέμβαση στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, στην παρουσίαση του βιβλίου των Κωνσταντίνου Αρβανιτόπουλο και Κωνσταντίνου Φίλη, εξελίχθηκε σε μια σφοδρή πολιτική αποδοκιμασία συνολικού χαρακτήρα κατά της κυβέρνησης Μητσοτάκη.
Από την εξωτερική πολιτική και τα Ελληνοτουρκικά, μέχρι τη λειτουργία των θεσμών και του κράτους δικαίου, ο πρώην πρωθυπουργός εκτόξευσε καταιγισμό άμεσων και έμμεσων πυρών, επιβεβαιώνοντας το αγεφύρωτο χάσμα που χωρίζει το Μέγαρο Μαξίμου με τον πρώην πρωθυπουργό.
Ο πρώην πρωθυπουργός υπό το βλέμμα του Αντώνη Σαμαρά αφιέρωσε μεγάλο μέρος της παρέμβασής του στην τουρκική προκλητικότητα και ειδικά στη θεσμοθέτηση της λεγόμενης «Γαλάζιας Πατρίδας», εξαπολύοντας ευθεία προειδοποίηση για τις πραγματικές στοχεύσεις της Άγκυρας, αλλά και την προβληματική στάση της κυβέρνησης.
«Ο νόμος που ετοιμάζει η Τουρκία, σύμφωνα με πρόσφατες διαρροές, είναι εξωφρενικός. Το αδιανόητο Δόγμα της “Γαλάζιας Πατρίδας” που πολλοί θεωρούν ότι προορίζεται για εσωτερική κατανάλωση, αφού πλέον διδάσκεται στα σχολεία και γαλουχεί, παραπλανά και φανατίζει τις νέες γενιές, τώρα παίρνει την πλέον επίσημη μορφή και γίνεται νόμος του κράτους, προκειμένου να δεσμεύει και όλες τις επόμενες κυβερνήσεις» ανέφερε χαρακτηριστικά.
Και συνέχισε λέγοντας ότι «δεν αφήνει πλέον καμία αμφιβολία για τις απαράδεκτες αξιώσεις της Τουρκίας στο μισό Αιγαίο και δεσμεύει το κράτος της Τουρκίας για επιβολή του νόμου αυτού στο πεδίο», προσθέτοντας πως «η Τουρκία, μεθοδικά και συστηματικά, προωθεί την αναθεωρητική ατζέντα της και επιχειρεί να μεθοδεύσει σταδιακά τη διαμόρφωση ευνοϊκών γι’ αυτήν συνθηκών».
Ακολούθως, ο Κώστας Καραμανλής αμφισβήτησε ανοιχτά την αποτελεσματικότητα της πολιτικής των «ήρεμων νερών», σημειώνοντας πως «με αυτά τα δεδομένα πρέπει να μας προβληματίσει η αποτελεσματικότητα της πολιτικής των “ήρεμων νερών”».
Όπως είπε, «όσο κατανοητή και αν είναι η προσπάθεια αποφυγής εντάσεων, εφόσον η συμπεριφορά αυτή παρερμηνεύεται ως υποχωρητικότητα στην άσκηση και του παραμικρού δικαιώματός μας, ακόμα και στην καρδιά του Αιγαίου, ή απαλλάσσει την Τουρκία από το βάρος της επιθετικής της συμπεριφοράς στα μάτια των τρίτων -υποκριτικά, βέβαια, γιατί τους βολεύει-, το κόστος καθίσταται δυσανάλογα μεγαλύτερο από το επιδιωκόμενο υποτιθέμενο όφελος».
Παράλληλα, τόνισε πως «ήρθε η ώρα να καταδειχθεί πλέον σε εταίρους και συμμάχους, ακόμα και με μια διαρκή εκστρατεία δημόσιας διπλωματίας και με τρόπο επίμονο και σαφή, το αδιανόητο των τουρκικών βλέψεων και το μέγεθος της τουρκικής επεκτατικότητας και επιθετικότητας».
Ιδιαίτερα αιχμηρές ήταν και οι αναφορές του για τη στάση της Ευρωπαϊκής Ένωσης απέναντι στην Τουρκία και την Κύπρο.
«Τη στιγμή που η Τουρκία έχει αναθεωρητικούς στόχους απέναντι σε ένα κράτος-μέλος, την Ελλάδα, μας απειλεί συνεχώς με πόλεμο και συχνά καταφεύγει στη βία για να υποστηρίξει τις φιλοδοξίες της, η Άγκυρα θεωρείται πολύτιμος εταίρος και σύμμαχος από τα περισσότερα άλλα κράτη-μέλη» σημείωσε, ενώ για το Κυπριακό τόνισε ότι «ενώ η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία καταδικάζεται, επιβάλλονται κυρώσεις και ενισχύεται με κάθε τρόπο ο αμυνόμενος, τα αντίστοιχα βάσανα της Κύπρου, που συνεχίζονται εδώ και σχεδόν μισό αιώνα, δεν αντιμετωπίζονται».
Μάλιστα, προειδοποίησε με νόημα ότι «καταβάλλονται προσπάθειες για την εξεύρεση λύσεων που νομιμοποιούν την παράνομη κατοχή και θέτουν την Κύπρο σε κατάσταση ομηρίας απέναντι στην Τουρκία».
Στο ίδιο πλαίσιο, έθεσε εκ νέου ζήτημα συνολικότερου επαναπροσδιορισμού της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής μέσα στο νέο πολυπολικό διεθνές περιβάλλον την ώρα που η κυβέρνηση παραμένει στο μονοπάτι του δεδομένου και προβλέψιμου συμμάχου.
«Η Ελλάδα είναι ταγμένη με τη Δύση, αλλά η ίδια η Δύση πλέον μεταλλάσσεται ή και διχάζεται και μέρος αυτής συνομιλεί με τη Ρωσία και την Κίνα. Όχι μόνο οι ΗΠΑ. Πρόσφατα ακούστηκαν φωνές και εντός της Ε.Ε. που προτρέπουν σε συνομιλίες με τη Ρωσία» ανέφερε, ενώ υπογράμμισε ότι «το πολυπολικό σύστημα που αναδεικνύεται υπαγορεύει μια πιο περίπλοκη και πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική,












