Παρασκευή 1 Μαΐου 2026

ΤΙ ΚΡΥΒΕΙ Ο ΝΙΚΟΛΑΣ ΦΑΡΑΝΤΟΥΡΗΣ...

Idiotες ΙΙ
Μεταφέρω αυτούσια ανάρτηση του @nrepalas από το Χ για την τεράστια αυτή μορφή
Νικόλας Φαραντούρης: Το Έπος
-Διορίστηκε το 2004 με απόφαση Σουφλιά ως επιστημονικό προσωπικό στο υπουργείο Ανάπτυξης
-Αποσπάστηκε στο γραφείο του υπουργού Ναυτιλίας Μανώλη Κεφαλογιάννη
-Συνέχισε την απόσπαση του το 2007 και με τη δεύτερη κυβέρνηση Κώστα Καραμανλή στο γραφείο του υπουργού Ναυτιλίας Γιώργου Βουλγαράκη
-Το 2013 διορίστηκε ισόβιο μέλος του ΔΣ στο Ιδρυμα Υπατία με απόφαση του υπουργού Οικονομικών Γιάννη Στουρνάρα
-Μετά ήρθε ο Τσίπρας στα πράγματα. Κανένα πρόβλημα! Το 2015 διορίστηκε αναπληρωτής διευθυντής της Κρατικής Ορχήστρας Θεσσαλονίκης
-Το 2019 τοποθετήθηκε μέλος της Επιτροπής Επαγγελματικού Αθλητισμού με απόφαση του υφυπουργού Αθλητισμού Λευτέρη Αυγενάκη
-Το 2023 επανασυστήθηκε ως υποψήφιος βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ
-Στις τελευταίες Ευρωεκλογές (2024) εξελέγη Ευρωβουλευτής με τον ΣΥΡΙΖΑ
-Το 2024 διεκδίκησε την αρχηγεία του ΣΥΡΙΖΑ. Ήρθε τρίτος κάτω από Φαμελλο και Πολάκη αλλά πάνω από τον Απόστολο Γκλέτσο
-Τον Ιανουάριο του 2026 διεγράφη από την ευρωομάδα του ΣΥΡΙΖΑ λόγω δηλώσεων και επαφών του με τη Μαρία Καρυστιανού, η οποία προανήγγειλε την ίδρυση νέου πολιτικού φορέα. Δεν παρέδωσε την έδρα
-Σήμερα ανακοίνωσε συμπόρευση με το ΠΑΣΟΚ
Μιλάμε για θεούλη!

Ο ΦΑΡΑΝΤΟΥΡΗΣ ΜΕΣΑ (ΣΕ ΛΙΓΟΤΕΡΟ ΑΠΟ) 3 ΧΡΟΝΙΑ...


Περεcτροικα
Μέσα σε λιγότερο από 3 χρόνια:
Προσκολλήθηκε στον Τσίπρα
Στήριξε τον Κασσελάκη και την κρίσιμη στιγμή τον άδειασε
Φλέρταρε με την Καρυστιανού και έφαγε πόρτα
Μόλις πριν από μία εβδομάδα έπινε καφεδάκι με τον Σαμαρά
Και σήμερα ανακοινώνει προσχώρηση στο ΠΑΣΟΚ
Ηθικό δίδαγμα: Η δουλειά δεν είναι ντροπή. Η ντροπή δεν είναι δουλειά.

Ο ΠΑΝΑΓΟΥΛΗΣ ΕΙΧΕ ΦΤΥΣΕΙ ΣΤΑ ΜΟΥΤΡΑ ΤΟΝ ΘΕΟΦΙΛΟΓΙΑΝΝΑΚΟ, ΤΟΝ ΑΡΧΙΒΑΣΑΝΙΣΤΗ ΠΟΥ ΕΒΑΖΕ ΠΥΡΩΜΕΝΕΣ ΒΕΛΟΝΕΣ ΣΤΙΣ ΟΥΡΗΘΡΕΣ ΤΩΝ ΘΥΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΚΑΙ...

Φορούσε γάντια για να μην καεί. Όταν οι βελόνες πύρωσαν, με ένα σαδιστικό χαμόγελο ο Θεοφιλογιαννάκος φόρεσε κι εκείνος ένα γάντι κι έπιασε μια βελόνα που είχε γίνει κατακόκκινη. «Βαστάτε τον καλά να μην κουνιέται». Με σταθερό χέρι, σαν χειρουργού, έπιασε το πέος του θύματος και με το άλλο έσπρωξε αργά την πυρωμένη βελόνα μέσα στην ουρήθρα...
«Είμαι Λάκων, υιός διδασκάλου, έχω ανατροφή ελληνοχριστιανική και είχα την τιμή να συμμετάσχω ενεργώς στην επανάσταση της 21ης Απριλίου. Στη Σπάρτη έμαθα ότι ένας είναι ο εχθρός, ο κομμουνισμός και οι συνοδοιπόροι του. Ο κομμουνιστής είναι ένα τομάρι που δεν σκέπτεται την πατρίδα».
Απολογία του αρχιβασανιστή, απότακτου αξιωματικού Θεόδωρου Θεοφιλογιαννάκου κατά τη «Δίκη της Χούντας»
Βασ. Σοφίας, Ειδικό Ανακριτικό Τμήμα της Ελληνικής Στρατιωτικής Αστυνομίας. 20 Αυγούστου 1968
Στον μακρύ διάδρομο υπήρχαν δεξιά και αριστερά σιδερένιες πόρτες με ένα μικρό μόνο παραθυράκι. Η κάθε πόρτα οδηγούσε σε ένα παγωμένο, ανήλιο, γεμάτο υγρασία, αίματα και περιττώματα, κελί. Σε μια άκρη υπήρχε ένα βρόμικο πολυκαιρισμένο στρώμα. Ο νεαρός άνδρας είχε χάσει κάθε αίσθηση του χρόνου. Καθόταν κατάχαμα και κοίταζε το κενό στον απέναντι τοίχο: «Άλλη μια μέρα, πρέπει να αντέξω άλλη μια μέρα» σκέφτηκε. Το σώμα του ήταν όλο μια πληγή. Πονούσε φρικτά. Εκεί που οι σάρκες δεν είχαν ανοίξει ακόμη,
το δέρμα είχε πάρει ένα μπλαβί, μαύρο χρώμα. Κάθε κίνηση που έκανε του έφερνε ζαλάδα.
Η πόρτα άνοιξε ξαφνικά και με θόρυβο. Τρεις άνδρες μπήκαν μέσα στο κελί. Φορούσαν χακί παντελόνι και αρβύλες. Δεν μίλησαν. Έβγαλαν τα πουκάμισά τους, τα δίπλωσαν σχεδόν με τελετουργικές κινήσεις και ετοιμάστηκαν. Μαζί τους ετοιμάστηκε και ο κρατούμενος. Ήξερε τι τον περίμενε.
«Τα πεθαμένα σου, ρε αλήτη» είπε ξαφνικά ο πιο ψηλός και του έριξε μια κλοτσιά στο πρόσωπο όπως ήταν καθισμένος επάνω στο στρώμα. Οι άλλοι δύο τον σήκωσαν όρθιο. Ο άνδρας, αν και δεν είχε χάσει τις αισθήσεις του από το ισχυρό χτύπημα, ένιωθε σαν να έβλεπε από ψηλά τα όσα διαδραματίζονταν στο κελί. Σαν να μην ήταν εκείνος, αλλά κάποιος άλλος. Οι γροθιές του ψηλού άνδρα έπεφταν σαν έμβολα στο πρόσωπο και το στομάχι του. «Πρέπει τώρα να χάσω τις αισθήσεις μου, τώρα, σε παρακαλώ» ικέτευσε σιωπηλά γιατί γνώριζε τι θα ακολουθούσε. Ο ψηλός κάποια στιγμή κουράστηκε. Πόνεσαν και τα κόκαλα των χεριών του από τις μπουνιές. «Κοίτα ο κερατάς, μάτωσε και με λέρωσε. Την Παναγία σου μέσα, σκατόπαιδο» ούρλιαξε.
Είχε έρθει η σειρά του επόμενου βασανιστή. Εκείνου με τις μεγάλες πλάτες και την κτηνώδη δύναμη, που στο χωριό του, όταν ήταν μικρός, τα άλλα παιδάκια τον κορόιδευαν πίσω από την πλάτη του και τον φώναζαν «μπουνταλά». Πήρε φόρα στο στενό κελί και σαν ποδοσφαιριστής άρχισε να κλοτσάει τον κρατούμενο μέχρι να λαχανιάσει. Στο στομάχι, στην κοιλιά, στα καλάμια, στα γεννητικά όργανα. «Βρομιάρη, δολοφόνε» φώναζε. Λίγο πριν ο μαυρομάλλης άνδρας, που βρισκόταν στη μέση, χάσει τις αισθήσεις του, πρόσεξε τα βρόμικα κατακίτρινα δόντια του βασανιστή του. Ύστερα έγειρε το κεφάλι και καυτά ούρα έφυγαν από μέσα του λεκιάζοντας το ήδη βρόμικο και σκισμένο παντελόνι του...
Βαριά βήματα ακούστηκαν από τον διάδρομο. Στην πόρτα πρόβαλε ένας τέταρτος άνδρας. Οι βασανιστές, ιδρωμένοι και ματωμένοι από τα αίματα του θύματός τους, ίσιωσαν το κορμί τους. «Ηλίθιοι, σας είπα να μου τον ζεστάνετε, όχι να τον αφήσετε αναίσθητο. Ξεντύστε τον και συνεφέρτε τον». Ο λοχαγός Πεζικού και υποδιοικητής του ΕΑΤ - ΕΣΑ Θεόδωρος Θεοφιλογιαννάκος, από τη Λακωνία, χάζευε ηδονιζόμενος τα «παλικάρια» του που ξέντυναν με κοφτές κινήσεις τον ανυπεράσπιστο άνδρα. «Άλλο ένα τσογλάνι. Ποιητής σου λέει. Γαμώ τη μόρφωσή τους».

Ο άνδρας στάθηκε με δυσκολία στα πόδια του. Ήταν ολόγυμνος. Ο Θεοφιλογιαννάκος, με αργά βήματα, έκανε έναν γύρο από τον σακατεμένο νέο που τον υποβάσταζαν οι δυο από τους τρεις ΕΣΑτζήδες. Άναψε τσιγάρο. Πήρε μια βαθιά τζούρα. Η καύτρα έγινε βαθιά πορτοκαλί. Έφερε το τσιγάρο στο στήθος του άνδρα. Τον κοίταζε σαδιστικά στα μάτια. Ακούμπησε τη δεξιά του ρώγα. Το θύμα ούρλιαξε. Κάποιος του έπιασε τα μαύρα του μαλλιά και του σήκωσε το κεφάλι. Ο βασανιστής συνέχιζε να τον κοιτάζει προκλητικά. Δεν πίεσε το τσιγάρο έστω για να σβήσει. Απλά το ακουμπούσε στη ρώγα του θύματός του. Η μυρωδιά της καμένης σάρκας γέμισε το δωμάτιο.
«Μην τον αφήσετε να λιποθυμήσει, κακομοίρηδες,

ΑΛΕΚΟΣ ΠΑΝΑΓΟΥΛΗΣ: ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ 1976, ΟΤΑΝ ΕΦΥΓΕ ΕΝΑΣ "ΩΡΑΙΟΣ ΩΣ ΈΛΛΗΝΑΣ"

Ο Αλέκος Παναγούλης είναι από τους ελάχιστους ήρωες της νεώτερης ελληνικής ιστορίας που «ΖΕΙ». Ίσως γιατί η δράση του, πολυσχιδής, ανατρεπτική, αναμφίβολα επαναστατική, υπερμεγέθης, την περίοδο της Χούντας των Συνταγματαρχών, συνταιριάζεται με ένα πρόσωπο τρυφερό και ταυτόχρονα οικείο, χαμογελαστό, ερωτικό 
Ο Αλέξανδρος Παναγούλης συμμετείχε ενεργά στον αγώνα για την επαναφορά της δημοκρατίας και εναντίον του στρατιωτικού καθεστώτος του Γ. Παπαδόπουλου (1967-1973). Υπηρετούσε στο 85ο Σύνταγμα Πεζικού, στη Βέροια, όταν λιποτάκτησε από το στράτευμα και ίδρυσε την οργάνωση Εθνική Αντίσταση. Αυτοεξορίστηκε στην Κύπρο για να καταστρώσει σχέδιο δράσης. Εκεί ήρθε σε επαφή με τους πολιτικούς άνδρες του τόπου, όπως τον Πολύκαρπο Γιωρκάτζη, με σκοπό να τους ζητήσει να συνδράμουν στην αντίσταση. Επανήλθε στην Ελλάδα και μαζί με στενούς του συνεργάτες σχεδίασε την απόπειρα δολοφονίας του δικτάτορα Παπαδόπουλου,
Το πρωί της 13ης Αυγούστου, μία μικρή φάλαγγα κατευθυνόταν προς την Αθήνα από το Λαγονήσι Αττικής. Ήταν ο δικτάτορας Γεώργιος Παπαδόπουλος με τη συνοδεία του, που ξεκίνησε όπως συνήθως, από την έπαυλή του στο 38ο χιλιόμετρο της παραλιακής οδού Σουνίου. Προπορεύονταν δύο μοτοσυκλέτες, ακολουθούσε το αυτοκίνητο του δικτάτορα και σε απόσταση 10 μέτρων το αυτοκίνητο της ασφάλειας. Η φάλαγγα κινείτο κανονικά και μεταξύ 31ου και 32ου χιλιομέτρου, πέρασε πάνω από μία υπόγεια σήραγγα αποχέτευσης των νερών της βροχής, μήκους 7 μέτρων. Μόλις πέρασε και το αυτοκίνητο της ασφάλειας, μια ισχυρή εκκωφαντική έκρηξη έγινε μέσα στη σήραγγα και άνοιξε δύο μεγάλες τρύπες στο κατάστρωμα του δρόμου. Ήταν φανερό ότι η έκρηξη προοριζόταν να πλήξει τον δικτάτορα, αλλά καθυστέρησε ένα ή δύο δευτερόλεπτα. Αμέσως η φάλαγγα σταμάτησε, οι άνδρες της ασφάλειας έτρεξαν επί τόπου, ενώ ειδοποιήθηκε από τον ασύρματο η αρμόδια διοίκηση Χωροφυλακής και σε λίγα λεπτά κατέφτασε ισχυρή δύναμη που απομόνωσε την περιοχή.
Έπειτα από συστηματική έρευνα, ανακαλύφτηκε ο Αλέξανδρος Παναγούλης, ντυμένος με μαγιό και κρυμμένος κάτω από ένα βράχο. Ο ίδιος παρέμεινε σιωπηλός, χωρίς να δηλώσει την ταυτότητά του. Είπε μόνο ότι δεν είχε συνεργούς. Μόνο έπειτα από δύο μέρες εξακριβώθηκε η ταυτότητά του. Ο Αλ. Παναγούλης οδηγήθηκε στο άντρο των βασανιστηρίων της ΕΣΑ, της στρατιωτικής αστυνομίας. Την ανάκρισή του ανέλαβε ένας από τους πλέον διαβόητους βασανιστές, ο ταγματάρχης Θεόδωρος Θεοφιλογιαννάκος, ενώ το ίδιο βράδυ κατέφτασε επειγόντως από τη Δράμα, όπου βρισκόταν, ο διοικητής της ΕΣΑ και αργότερα οργανωτής της προδοσίας της Κύπρου, αντισυνταγματάρχης Δημήτριος Ιωαννίδης.
Την Πρωτομαγιά του 1976, σε ηλικία 36 ετών
, χάνει τη ζωή του κατόπιν τροχαίου στην λεωφόρο Βουλιαγμένης (το αυτοκίνητό του πήγε και έπεσε σε υπόγειο κατάστημα επί της λεωφόρου κάθετα στην πορεία), λίγες μέρες πριν την αποκάλυψη των φακέλων σχετικά με τα όργανα ασφαλείας της Χούντας (Φάκελος ΕΣΑ). Η αποκάλυψη των φακέλων, που δεν έγινε ποτέ, λέγεται ότι περιείχε αδιαμφισβήτητες αποδείξεις εις βάρος ορισμένων πολιτικών που συνεργάστηκαν με την χούντα.




με πληροφορίες από wikipedia