Η ΔΕΘ των εξαιρέσεων
Του Δρ. Νικόλαου Γιαννόπουλου*
Η κοινωνική δικαιοσύνη δεν κρίνεται από το πόσες κατηγορίες πολιτών αναφέρονται σε μια κυβερνητική ομιλία, αλλά από τα κριτήρια με τα οποία κατανέμονται οι διαθέσιμοι πόροι. Κυρίως δε, από το εάν πολίτες με παρόμοιες ανάγκες αντιμετωπίζονται με παρόμοιο τρόπο.
Στην 90ή Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, ο Πρωθυπουργός παρουσίασε ένα εκτεταμένο πρόγραμμα φορολογικών ελαφρύνσεων, επιδομάτων και μελλοντικών αυξήσεων. Το κόστος του υπολογίζεται σε 2,2 δισεκατομμύρια ευρώ για το 2027 και σε 3,5 δισεκατομμύρια μέχρι το 2030. Η κεντρική υπόσχεση, σύμφωνα με το γραφείο του Πρωθυπουργού, ήταν ότι τα οφέλη της ανάπτυξης επιστρέφουν στην κοινωνία και μετατρέπονται σε ατομική προκοπή για κάθε Ελληνίδα και κάθε Έλληνα.
Η ίδια η αρχιτεκτονική των μέτρων, ωστόσο, δεν επιβεβαιώνει αυτή την καθολικότητα. Η ηλικία, το επάγγελμα, ο αριθμός των παιδιών, ο τόπος κατοικίας και η δυνατότητα αποταμίευσης καθορίζουν ποιος ενισχύεται και ποιος μένει εκτός. Θετικά μέτρα ασφαλώς υπάρχουν, το ερώτημα είναι εάν το κοινωνικό μέρισμα μοιράζεται δίκαια.
Η πολιτική των ορίων
Η πρώτη μεγάλη αδικία εντοπίζεται στους συνταξιούχους. Η μόνιμη ετήσια ενίσχυση αυξάνεται στα 400 ευρώ και επεκτείνεται σε όλους όσοι είναι άνω των 65 ετών. Πρόκειται για μια ανακούφιση. Το ηλικιακό όριο όμως δημιουργεί μια δύσκολα εξηγήσιμη διάκριση. Ένας συνταξιούχος 64 ετών με χαμηλό εισόδημα αποκλείεται, ενώ ένας συνταξιούχος 66 ετών με πολύ υψηλότερη σύνταξη λαμβάνει κανονικά την ενίσχυση.
Υπάρχει και μια δεύτερη αντίφαση. Τα 400 ευρώ δίνονται οριζόντια, ανεξάρτητα από το ύψος της σύνταξης. Οι ετήσιες αυξήσεις, αντιθέτως,









