Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2026

42 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΠΟΥ ΕΔΩΣΕ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ, ΧΑΡΑΞΕ ΤΟΝ ΔΡΟΜΟΥΣ ΣΑΝ ΣΚΑΠΑΝΕΑΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΆΛΛΑΞΕ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ,ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ ΤΣΙΤΣΑΝΗ

«Αν δεν υπήρχε ο Τσιτσάνης Ελλάδα θα άκουγε μίξη  τουρκογύφτηκων με ευρωπαϊκού τύπου μουσική και τραγούδια»


Mίκης Θεοδωράκης

«Θέλω να λογαριάζομαι σαν ένας ταπεινός μαθητής του Βασίλη Τσιτσάνη»

Μάνος Χατζιδάκις

«Λίγο πριν απ’ τον πόλεμο του ’40 ο Tσιτσάνης τραγούδησε για πρώτη φορά το “Αρχόντισσα μου μάγισσα τρανή- κουράστηκα για να σε αποκτήσω”. Ήταν ένας μεγαλοφυής σχεδιασμός -μπορώ να πω- πάνω στο ερωτικό θέμα, που η δύναμή του και η αλήθεια του μας φέρνει κοντά στον “Ερωτόκριτο”» του Κορνάρου και μετά από εκατοντάδες χρόνια κοντά στο “Ματωμέvο Γάμο” του Λόρκα. Η μελωδική του γραμμή αφάνταστη σε περιεκτικότητα και σε λιτότητα πλησιάζει τον Μπαχ. Αυτό το τραγούδι ορθώθηκε για να αντιμετωπίσει μια τυραννισμένη και δύσκολη εποχή και στάθηκε η πρώτη δυνατή φωνή μιας γενιάς”.

Γιάννης Τσαρούχης

«Ο Τσιτσάνης είναι η μοναδική ζωντανή απόδειξη ότι έχουμε πολιτισμό»

Λευτέρης Παπαδόπουλος

«…Για όλους αυτούς τους καλλιτέχνες, τους δημιουργούς και ιδιαίτερα για τον Τσιτσάνη, τρέφω απεριόριστο θαυμασμό. Γιατί δεν ήταν μόνο συνθέτες. Ήταν και εκτελεστές. Γράφανε, κατά κανόνα, και τα λόγια των τραγουδιών. Και γραμμοφωνούσαν. Και δούλευαν στο πάλκο, κάθε νύχτα, σχεδόν ως το πρωί, επί δεκαετίες! Μπουζούκι, τραγούδι, τσιγάρο, ξενύχτι, λίγος ύπνος και μετά σύνθεση, στιχουργική, οργάνωση ορχήστρας και φωνοληψία, τουλάχιστον με 5-6 ώρες, στο στούντιο, για τους δίσκους!»

Άκης Πάνου

«Πολλοί ήταν εκείνοι που έδωσαν όλες τις δυνάμεις τους για ένα καλό τραγούδι (άσχετα με το πόσες ήταν αυτές οι δυνάμεις). Εντυπωσιακά προεξέχει ο Τσιτσάνης».

Διονύσης Σαββόπουλος ( μετά το θάνατο του Τσιτσάνη)

«Νοιώθω ότι στο πρόσωπό του αποκτήσαμε τώρα έναν πρεσβευτή ανάμεσα στο λαϊκό μας τραγούδι και τον Θεό».

Γιώργος Μητσάκης

«Το μπουζούκι το γνωρίσαμε από τον Μάρκο Βαμβακάρη, μάθαμε όμως να παίζουμε μπουζούκι από τον Βασίλη Τσιτσάνη. Ο Τσιτσάνης ήταν ο καλύτερος όλων. Ο Τσιτσάνης ήταν ευφυής. Μπορούσε να προβλέψει ποιος θα πάει μπροστά και ποιος όχι. Σαν οργανοπαίκτης ήταν ο καλύτερος. Σχεδόν σε όλους τους δίσκους αυτός παίζει μπουζούκι».

Χρήστος Νικολόπουλος

«Ο Τσιτσάνης καθόρισε το λαϊκό τραγούδι. Δεν θέλω να αδικήσω τους άλλους δασκάλους μας που επίσης πρόσφεραν πάρα πολλά αλλά νομίζω ότι έχει την πρωτοκαθεδρία».

Γιώργος Νταλάρας

«Κατόρθωσε να βγάλει το λαϊκό τραγούδι από το περιθώριο και να το εντάξει στη νέα κοινωνική πραγματικότητα της μετεμφυλιακής Ελλάδας. Ιδιοφυής και γενναιόδωρος. Εύστοχα ο Κώστας Χατζηδουλής τον λέει Ναζωραίο. Ο Τσιτσάνης ήταν ένας μικρός Χριστός των ανθρώπων που μίλησε στην ψυχή τους ανεξάρτητα από τη μόρφωση και την κοινωνική τους τάξη».


«Τίποτα δεν αγνόησα στα τραγούδια μου, γιατί κι αυτό το θεωρούσα χρέος…»
Βασίλης Τσιτσάνης

Ο Βασίλης Τσιτσάνης δεν έγραψε τραγούδια. Κατέγραψε ζωές.

Σήμερα συμπληρώνονται 42 χρόνια από τότε που σώπασε η φωνή του, μα όχι το έργο του.
Γιατί ο Τσιτσάνης είναι ακόμη εδώ: στις φτωχογειτονιές, στα εργοστάσια, στα καφενεία, στα ερωτευμένα βλέμματα, στους ανήσυχους νέους, σε όσους κουβαλούν έναν καημό και δεν ξέρουν πώς να τον πουν.

Στα χρόνια της λογοκρισίας και του φόβου, στα χρόνια που η αλήθεια έπρεπε να μεταμφιεστεί για να επιζήσει, ο Τσιτσάνης μίλησε αλληγορικά για τον αγώνα, την απώλεια, τη φυγή, τη λευτεριά.

Στη διάρκεια του εμφυλίου και στα μετεμφυλιακά «πέτρινα χρόνια», ο Β.Τ για να μπορέσει να  ξεφύγει απ’ την λογοκρισία της εποχής εκφράζετε  αλληγορικά μέσα απ’ τα τραγούδια του μιλώντας για το νέο ηρωικό αγώνα στα βουνά, για τα δεινά και το χαμό αμέτρητων αγωνιστών.

Τι άλλο από αλληγορία είναι το τραγούδι «Συννεφιασμένη Κυριακή» (1948);

Το ίδιο συμβαίνει και με το τραγούδι «Για μια κόρη ξελογιάστρα» (1947): «Χτίζουν και γκρεμίζουν κάστρα/ σ’ ένα γλέντι φοβερό/ για μια κόρη ξελογιάστρα,/ κι αν χαθεί πού θα τη βρω./ Δρόμο παίρνω, δρόμο αφήνω/ σε βουνά και σε γκρεμό,/ κι όμως ζω να τυραννιέμαι/ στο δικό της τον καημό./ Μου την άρπαξε η μοίρα/ μια βραδιά στο χαλασμό/ θα τη βρω και θα την πάρω/ το ‘χω βάλει για σκοπό».

Αλληγορία είναι και το «Το ρημαγμένο σπίτι» (1947): «Μπρος στο ρημαγμένο σπίτι/ με τις πόρτες τις κλειστές/ τον καημό μου σιγοκλαίω/ και ματώνουν οι καρδιές./ Ούτε μάνα ούτε αδέρφια/ κι εγώ έρημο πουλί,/ βλέπω αράχνες στο κατώφλι/ και χορτάρια στην αυλή./ Τι να πω και τι ν’ αφήσω/ απ’ την τόση συμφορά;/Ο,τι αγάπησα στον κόσμο/ δε θα δω άλλη φορά».

Στις αρχές της δεκαετίας του 1950, ο Βασίλης Τσιτσάνης γράφει τις Φάμπρικες,  ίσως τον μεγαλύτερο ύμνο της εργατικής τάξης στην Ελλάδα: Βλέπεις κοπέλες στα υφαντουργεία/ κι άλλες δουλεύουν στα εργαλεία/, στα καπνομάγαζα στα συνεργεία/ Γεια σου περήφανη κι αθάνατη εργατιά!

Αυτός ήταν και ο λόγος που εκτοπίζεται από τις εταιρίες δίσκων, γιατί αρνείται να γράψει τραγούδια κατά παραγγελία. Η κοινωνική αδικία και οι συνθήκες της ζωής εκφράστηκαν από τραγούδια του Βασίλη Τσιτσάνη όπως το Πάλιωσε το σακάκι μου και με κορυφαίο το τραγούδι Της κοινωνίας η διαφορά που απαγορεύτηκε από τη λογοκρισία.

Γι’ αυτό και τον πολέμησαν.
Γι’ αυτό και τον φίμωσαν.
Γιατί δεν έγραψε ποτέ τραγούδια κατά παραγγελία, παρά μόνο τραγούδια κατά συνείδηση.

Ο Τσιτσάνης έγραψε για τον πόθο και το ανικανοποίητο, για τη γυναίκα και την αδικία, για τον χαμό και τη λευτεριά.
Και το έκανε με έναν τρόπο σχεδόν ιερό, σαν ψαλμωδία ενός λαού που πάλευε να σταθεί όρθιος.

Ο Βασίλης Τσιτσάνης υπήρξε μεγάλος τον καιρό που δεν ήξερε πως ήταν μεγάλος, όπως είχε πει ο Μάνος Χατζηδάκις.
Κι αυτό, ίσως, είναι το μεγαλύτερο τραγούδι του.

Παρακάτω ένα σχετικά άγνωστο δημιούργημα του Β.Τσιτσάνη: “Ο μπλόκος”. Το τραγούδι αυτό το έγραψε στη Θεσσαλονίκη το 1944, μετά το φοβερό Μπλόκο της Καλαμαριάς, και εδώ το ακούμε σε μια νεότερη του εκτέλεση.



Δεν υπάρχουν σχόλια: