Σάββατο 18 Ιανουαρίου 2020

Ο ΕΞ ΑΝΑΤΟΛΩΝ ΚΙΝΔΥΝΟΣ

Του Σαράντη Μιχαλόπουλου κατοίκου Ιτέας 

Τον εξ ανατολών κίνδυνο τον έχουμε, ευτυχώς, αναγνωρίσει εδώ και πάρα πολλά χρόνια, το τελευταίο όμως διάστημα, όχι απλώς τον βιώνουμε, αλλά και καθημερινά ανησυχούμε για την εξέλιξη που μπορεί να έχει.
Δεν έχω σχεδόν καμία ειδική γνώση για τις «διεθνείς σχέσεις» και τη δυναμική των γαιοπολιτικών εξελίξεων και υπό την έννοια αυτή δεν θεωρώ τον εαυτό μου ότι είναι σε θέση να αξιολογήσω σωστά τα όσα συμβαίνουν, όχι μόνο στην περιοχή μας, αλλά και σε παγκόσμια κλίματα.
Από την άλλη μεριά, δεν παύω να είμαι ένας πολίτης που τα γεγονότα και οι εξελίξεις τον επηρεάζουν άμεσα και επομένως έχω κάθε λόγο να ανησυχώ και να θέλω να δώσω απαντήσεις σε κρίσιμα ερωτήματα όπως, «τελικά, η Τουρκία θα υλοποιήσει τις απειλές της και που αυτό μπορεί να οδηγήσει».
Για να αναλύσω λοιπόν αυτά που σήμερα διαδραματίζονται, δεν μπορώ παρά να καταφύγω στην απλή λογική,
στηριζόμενος σε πραγματικά γεγονότα που δεν επιδέχονται αμφισβήτηση, ούτε άλλη ερμηνεία.
Για παράδειγμα, ένα τέτοιο αναμφισβήτητο γεγονός είναι η κατοχή της Κύπρου από την Τουρκία και η μη συμμόρφωσή της, για 45 ολόκληρα χρόνια, προς το «διεθνές δίκαιο», όπως αυτό νοείται στη συγκεκριμένη περίπτωση με τις αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ.
Και σαν να μην έφτανε αυτό, έχουμε την Τουρκία να «αναγνωρίζει» το ψευδοκράτος των Τουρκοκυπρίων, που δεν αναγνωρίζει καμία άλλη επίσημη οντότητα (κράτος) του πλανήτη, και από την αναγνώριση αυτή να αντλεί νομιμοποίηση για έρευνες που κάνει στην περιοχή για ύπαρξη ή εκμετάλλευση υδρογονανθράκων.
Την ίδια στιγμή, η Τουρκία επικαλείται την «επίσημη» κυβέρνηση της Λιβύης και συνάπτει μαζί της συμφωνίες, απορρίπτοντας ως «μη νόμιμη» την άλλη οντότητα της Λιβύης, αυτήν του Στρατάρχη Χαφτάρ, με την οποία όμως θα καθίσει σε λίγες μέρες στο ίδιο τραπέζι διαπραγματεύσεων στο Βερολίνο.
Ένα άλλο πραγματικό γεγονός είναι ότι ένα πράγμα που θεωρητικά θα έπρεπε να αποτελεί την κοινή βάση για διευθέτηση διαφωνιών, δηλαδή το Διεθνές Δίκαιο, ή δεν είναι τόσο ξεκάθαρο, όσο εμείς πιστεύουμε, ή είναι μεν ξεκάθαρο, αλλά κάποιοι, οι Τούρκοι εν προκειμένω, μπορούν να το ερμηνεύουν με ένα δικό τους τρόπο, χωρίς η διεθνής κοινότητα να μπορεί να τους ανακαλέσει στην τάξη.
Το παραπάνω σημαίνει πολύ απλά ότι το περίφημο Διεθνές Δίκαιο δεν είναι παρά μία εντελώς «φιλολογική» έννοια, αφού δεν υπάρχει ένας θεσμός «επιβολής» του και στη συνέχεια «τιμωρίας» όσων δεν συμμορφώνονται με αυτό, όπως συμβαίνει με όλα τα δίκαια (ποινικό, αστικό, φορολογικό, κλπ.) που υπάρχουν και εφαρμόζονται σε όλες τις χώρες του κόσμου.
Με δεδομένο λοιπόν ότι ένα κράτος μπορεί να σηκώνει τη δική του «παντιέρα», αξιολογώντας τι δυνατά χαρτιά διαθέτει στην παγκόσμια σκακιέρα (π.χ. οικονομική κατάσταση, γεωπολιτική θέση, συμμαχίες, με άλλα κράτη, κλπ.), το μόνο που μας απομένει να σκεφτόμαστε στη δική μας περίπτωση, δηλαδή την συνεχώς αυξανόμενη τουρκική προκλητικότητα, είναι το πόσο θα «το τραβήξει» η Τουρκία και πως εμείς μπορούμε να υπερασπιστούμε μόνοι μας αυτά που θεωρούμε «νόμιμα» δικαιώματά μας.
Υπάρχει για παράδειγμα το θέμα της υφαλοκρηπίδας. Φαίνεται ότι δική μας θέση ότι τα νησιά έχουν δική τους υφαλοκρηπίδα είναι σύμφωνη με το Διεθνές Δίκαιο και το Δίκαιο της Θάλασσας. Η Τουρκία όμως έχει την δική της άποψη ότι τα νησιά δεν έχουν υφαλοκρηπίδα.
Λογικά, μία τέτοια διαφωνία θα έπρεπε να έχει επιλυθεί εδώ και πολλά χρόνια μέσω της διαδικασίας προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, κάτι που όμως δεν έχει γίνει, για λόγους που δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω, ακριβώς διότι, όπως είπα στην αρχή αυτού του σημειώματος, δεν έχω τις ειδικές γνώσεις που ίσως, αν τις είχα, θα με βοηθούσαν να δώσω μία εξήγηση.
Είναι λοιπόν πιθανό, το προσεχές διάστημα η Τουρκία να προχωρήσει σε έρευνες στον θαλάσσιο χώρο που η ίδια προσδιορίζει σαν «δικό» της. Και το ερώτημα είναι τι θα κάνουμε εμείς τότε. Θα αντιδράσουμε δυναμικά, προκαλώντας «θερμό επεισόδιο» ; Και ποια θα είναι τότε η συνέχεια ; Μία πολεμική σύρραξη με την Τουρκία ; Πόσο είμαστε σίγουροι ότι μπορούμε να ανταπεξέλθουμε σε μία τέτοια περιπέτεια ;
Στο τελευταίο ερώτημα υπάρχουν δύο απαντήσεις. Η μία είναι ότι δεν είμαστε σε θέση να αντιμετωπίσουμε την εμφανώς ισχυρότερη (λόγω μεγέθους) Τουρκία και η άλλη είναι ότι θα τα καταφέρουμε, διότι έχουμε συγκριτικά πλεονεκτήματα σε κάποιους τομείς που οι ειδικοί ενδεχομένως γνωρίζουν, σε αντίθεση με εμάς τους απλούς πολίτες, που αντικειμενικά δεν έχουμε καμία γνώση.
Στην πρώτη περίπτωση, προφανώς τη δική μας αδυναμία και επομένως τη δική τους υπεροχή την γνωρίζουν και οι αντίπαλοί μας και φυσικό είναι να προχωρήσουν στις προκλήσεις με τον «αέρα» του ισχυρού, αλλά και τη σχετική βεβαιότητα ότι κανείς δεν θα τους εμποδίσει, όπως έχει γίνει και σε άλλες περιπτώσεις στο παρελθόν. Και βέβαια, ας μη ξεχνάμε και το άλλο όπλο της Τουρκίας, το μεταναστευτικό, που για μένα είναι ισχυρότερο και από τα αεροπλάνα και τα κανόνια. Τι κάνουμε λοιπόν εμείς ;
Το πιο λογικό είναι να προσπαθούμε να «χτίσουμε» συμμαχίες με κάποιους άλλους παίχτες, που υπολογίζονται περισσότερο από τους αντιπάλους μας και οι οποίοι ενδεχομένως θα μπουν στο παιχνίδι για να προασπίσουν και δικά τους συμφέροντα.
Η κίνηση της Ελλάδας και της Κύπρου να δημιουργήσουν τέτοιες συμμαχίες με Ισραήλ και Αίγυπτο φαίνεται να ήταν σωστή κίνηση. Το ερώτημα όμως είναι πόσο οι συμμαχίες αυτές μπορούν να αποδειχθούν ικανές να αποτρέψουν την Τουρκία από τις προκλήσεις που σχεδιάζει.
Η επίσης προωθούμενη από την Ελλάδα στενή σχέση με τον Στρατάρχη Χαφτάρ δείχνει να είναι και αυτή μία κίνηση που μπορεί να μας βοηθήσει, υπό την προϋπόθεση ότι ο τελευταίος θα αποδειχθεί ο ισχυρός παράγοντας της Λιβύης, που θα πάρει την κατάσταση υπό τον πλήρη έλεγχό του κάποια στιγμή.
Όμως, ακόμη και έτσι, η αδυναμία ή η απροθυμία άλλων ισχυρών κρατών (π.χ. Γερμανία, ΗΠΑ) να ελέγξουν την Τουρκία, σίγουρα κάνουν τη ζυγαριά να γέρνει προς την γείτονα χώρα. Η τελευταία, νοιώθοντας ότι αποκλείεται από πλουτοπαραγωγικές πηγές στη Μεσόγειο, είναι βέβαιο ότι δεν θα συμβιβαστεί με αυτή την ιδέα και θα παίξει μέχρι τέλους το παιχνίδι των τετελεσμένων γεγονότων, έστω και αν κάτι τέτοιο δεν μπορεί να της προσφέρει μόνιμο πλεονέκτημα μακροπρόθεσμα.
Στο τέλος της ημέρας, το μόνο που είναι σίγουρο είναι ότι «έχουμε μπλέξει», και όχι μόνο σήμερα αλλά και εδώ και πάρα πολλά χρόνια με τη γείτονά μας. Και αυτό θα έπρεπε να έχει ενεργοποιήσει ένα θεμελιώδη μηχανισμό άμυνας έναντι του εξ ανατολών κινδύνου, που δεν είναι άλλος από τη διαμόρφωση μίας πραγματικά εθνικής στρατηγικής, πολύ πιο σημαντικής από ό,τι είχε γίνει στην περίπτωση της «Μακεδονίας».
Δεν ξέρω τι έχει γίνει στο παρελθόν, αλλά η αίσθησή μου είναι ότι τουλάχιστον τα τελευταία χρόνια η κάθε κυβέρνηση διαμορφώνει τη δική της στρατηγική, χωρίς να προσφεύγει στη βοήθεια και τη συμμετοχή όλων των πολιτικών δυνάμεων της χώρας.
Η εξωτερική πολιτική δεν είναι οικονομία, όπου τα νούμερα είναι συγκεκριμένα και αμείλικτα. Έχει πτυχές που ποτέ δεν αποκαλύπτονται και σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να συζητηθούν δημόσια. Γι’ αυτό, και η εθνική συνεννόηση και συνεργασία είναι υπεράνω κομματικών επιδιώξεων και επιλογών.
Για την Τουρκία, όλοι συμφωνούν ότι έχει διαμορφωμένη στρατηγική και πολιτική διαχρονικά, ανεξάρτητα από την όποια κυβέρνηση έχει κάθε φορά. Πόσο μάλλον, όταν τα τελευταία σχεδόν 20 χρόνια στην πολιτική της σκηνή κυριαρχεί ένα και μόνο πρόσωπο.
Γιατί να μην έχουμε και εμείς κάτι αντίστοιχο ; Ή, μήπως έχουμε και εγώ δεν το ξέρω ;  
  

Δεν υπάρχουν σχόλια: