Του Strange Attractor
Στην καρδιά της ερήμου της Νεβάδα, εκεί όπου ο αέρας σήκωνε βρώμικη σκόνη, και ο ήλιος έκαιγε ολημερίς τις στέγες, βρισκόταν ένα μικρό χωριό που το έλεγαν Μπλου Γκρικ.
Κάποτε ήταν ένα ήσυχο μέρος.
Ώσπου ο γιος του παλιού σερίφη, γνωστού για τη διαπλοκή του με ύποπτους χαρακτήρες, πήρε ο ίδιος στα χέρια του το χρυσό αστέρι.
Ο σερίφης Κουλ Μιτς είχε γουρλωμένα μάτια, νευρικά τικ, λόρδωση στη στάση του σώματός του, στραβό περπάτημα, και ένα μόνιμο ψεύτικο χαμόγελο, που έκανε τους ανθρώπους να νιώθουν άβολα.
Κυβερνούσε το Μπλου Γκρικ σαν να ήταν προσωπικό του τσιφλίκι…
Οι μαγαζάτορες πλήρωναν «προστασία».
Τα δύο πορνεία, και τα τρία μπαρ του χωριού περνούσαν κάθε εβδομάδα από το γραφείο του για να αποδίδουν τον φόρο τους.
Οι μεγαλοκτηνοτρόφοι, φίλοι και χρηματοδότες του, έπαιρναν τα καλύτερα βοσκοτόπια με αντάλλαγμα σακούλες με δολάρια, και μπόλικες ψήφους.
Για τους φτωχούς αγρότες, τους ακτήμονες,
και τους μικρούς κτηνοτρόφους υπήρχαν άλλα κόλπα.«Ένα σακί αλεύρι για σένα, Τζο. Και δυο δολάρια επίδομα για την άνεργη γεροντοκόρη κόρη σου», έλεγε ο Κουλ. «Μόνο να θυμάσαι ποιος σε βοήθησε όταν έρθει η ώρα των εκλογών!».
Έτσι αγόραζε την ανοχή τους, τη σιωπή τους…
Κι όταν κάποιος τολμούσε να σηκώσει κεφάλι, αναλάμβαναν οι πιστολέρο του. Άντρες σκληροί, χωρίς συνείδηση, που χτυπούσαν, απειλούσαν, και όταν χρειαζόταν, σκότωναν…
Έτσι, κανείς δεν μιλούσε. Όλα τα σκέπαζε ο φόβος…
Μέχρι εκείνο το απόγευμα.
Ο ήλιος έδυε, όταν ένας ψηλός καβαλάρης μπήκε στο χωριό.
Ήταν αδύνατος, με γκρίζους κροτάφους, και σκονισμένο μαύρο καπέλο. Στη ζώνη του κρεμόταν ένα παλιό πιστόλι…
Κατέβηκε από το άλογο μπροστά στο σαλούν, τινάζοντας τη σκόνη από τα ρούχα του.
«Ποιος είσαι;» τον ρώτησε ο μπάρμαν, όταν μπήκε μέσα παραγγέλνοντας ένα ουίσκι.
«Άντονι Σάμαρ. Ήμουν παλιά σερίφης στο Μπλου Γκρικ».
Το νέο έφτασε γρήγορα στον Κουλ.
Το ίδιο βράδυ ο απορημένος γόνος, που κάτι είχε ακουστά για τις άσχημες σχέσεις του πατέρα του με τον Σάμαρ, τον κάλεσε στο γραφείο του.
«Ένας άνθρωπος σαν εσένα χρειάζεται φίλους εδώ», είπε ο Κουλ, χαμογελώντας νευρικά.
«Μπορώ να σου βρω δουλειά. Καλό μισθό. Αρκεί να με ακούς, να με σέβεσαι, και να μην μπλέκεσαι στα δικά μου»…
Ο Σάμαρ τον κοίταξε ήρεμα.
«Και ποια είναι τα δικά σου;».
Ο Κουλ σάστισε… μετά γέλασε.
«Όλα όσα βλέπεις».
«Τότε θα μπλέξω…».
Το χαμόγελο του Κουλ χάθηκε μεμιάς.
Την επόμενη κιόλας μέρα, δύο πιστολέρο του προσπάθησαν να τρομάξουν τον ψηλό. Τον περίμεναν χαράματα έξω από τον στάβλο, με τα πιστόλια τους στα χέρια.
«Ο σερίφης λέει να φύγεις… αμέσως, και ούτε να κοιτάξεις πίσω σου».
Ο Σάμαρ έδεσε αργά το άλογό του.
«Πείτε του πως, αν θέλει να φύγω, να έρθει να μου το ζητήσει ο ίδιος»…
Οι δύο άντρες αντάλλαξαν αμήχανα βλέμματα.
Έφυγαν…
Εκείνη τη νύχτα ο ψηλός κάθισε στο σαλούν με τους κατοίκους.
Δεν τους έταξε χρήματα. Δεν τους μοίρασε σακιά αλεύρι.
Τους είπε μόνο: «Ο νόμος δεν είναι ιδιοκτησία του σερίφη. Είναι για όλους. Αν θέλετε να αλλάξει κάτι, πρέπει να το αλλάξετε εσείς».
Στην αρχή κανείς δεν μίλησε.
Ύστερα σηκώθηκε ο Τζο, ένας φτωχός αγρότης.
«Ως εδώ», είπε…
Μια γυναίκα από το πανδοχείο σηκώθηκε όρθια και αυτή.
«Ως εδώ», επανέλαβε με δυνατή φωνή.
Κι ένας μικρός κτηνοτρόφος χτύπησε τη γροθιά του στο τραπέζι.
«Δεν πάει άλλο»…
Το επόμενο πρωί, δεκάδες κάτοικοι συγκεντρώθηκαν μπροστά στο γραφείο του σερίφη.
Ο Σάμαρ στάθηκε περήφανα μπροστά τους.
«Σήμερα δεν πάμε να πάρουμε εκδίκηση. Πάμε να πάρουμε πίσω τον τόπο μας», είπε.
Η πόρτα άνοιξε με δύναμη.
Ο Κουλ πετάχτηκε όρθιος.
«Τι νομίζετε πώς κάνετε; Εγώ είμαι ο νόμος!».
«Όχι πια», απάντησε ο ψηλός.
Οι άντρες του Κουλ προσπάθησαν να αντισταθούν, αλλά βρέθηκαν αντιμέτωποι με ολόκληρο το χωριό.
Τα όπλα τους έπεσαν στο πάτωμα.
Άλλοι εγκατέλειψαν την πόλη την ίδια μέρα, κυνηγημένοι από τις φωνές των ανθρώπων που κάποτε φοβούνταν, κι άλλοι δήλωσαν υποταγή στον Σάμαρ, παραδεχόμενοι ότι απλά φοβόνταν τον Κουλ, και δεν είναι κακοί άνθρωποι.
Ο Κουλ συνελήφθη, κατηγορούμενος για πάμπολλα κακουργήματα, από εκβιασμούς μέχρι δολοφονίες, και μπήκε στο κελί που είχε χρησιμοποιήσει τόσες φορές για να τρομοκρατεί τους άλλους.
Η δίκη του θα γίνονταν όταν θα έρχονταν στο χωριό ο (περιφερόμενος) ομοσπονδιακός δικαστής… που ενημερώθηκε με τηλεγράφημα.
Λίγες εβδομάδες αργότερα, οι τίτλοι των μεγάλων κτημάτων εξετάστηκαν ξανά.
Τα παράνομα καταπατημένα βοσκοτόπια επέστρεψαν στην κοινότητα, και η γη μοιράστηκε δίκαια σε αγρότες και μικρούς κτηνοτρόφους.
Σιγά σιγά, το Μπλου Γκρικ άλλαξε.
Τα μαγαζιά λειτουργούσαν χωρίς φόβο, και χωρίς… μίζες.
Τα χωράφια πρασίνισαν.
Οι αγελάδες πάχυναν…
Οι δε άνθρωποι άρχισαν να εμπιστεύονται ξανά ο ένας τον άλλον.
Και ο Άντονι Σάμαρ;
Έμεινε λίγο ακόμη, μέχρι να βεβαιωθεί πως η ειρήνη είχε ριζώσει βαθιά.
Ύστερα ένα πρωινό, καβάλησε το άλογό του, και πήρε τον δρόμο προς τον βορρά.
Πίσω του άφηνε ένα χωριό ελεύθερο, με ανθρώπους χαρούμενους, και πάνω απ’ όλα όχι φοβισμένους, όχι εκβιαζόμενους, και όχι εξαγορασμένους…
Μπροστά του απλωνόταν η έρημος.
Και κάπου πίσω από τα τείχη της φυλακής, ένας διεφθαρμένος γουρλομάτης πρώην σερίφης είχε γίνει πια αυτό που του άξιζε περισσότερο…
Μια παλιά, κακή ανάμνηση, που περίμενε στωικά την τιμωρία του!

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου