Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2026

Η «ΣΤΑΘΕΡΟΤΗΤΑ» ΤΗΣ ΥΠΟΤΕΛΕΙΑΣ

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη συνεχίζει να δίνει τα ρέστα της στην υπηρεσία των νατοϊκών και ιμπεριαλιστικών σχεδιασμών. Με ένα μόνιμο και υποτελές «ναι σε όλα», ευθυγραμμίζεται πλήρως με τις διαταγές της Ουάσιγκτον και, δευτερευόντως, του Βερολίνου και του Τελ Αβίβ, μετατρέποντας τη χώρα σε οικόπεδο ξένων συμφερόντων.

Υπάρχει όμως μια βαθιά εσωτερική αντίφαση σε αυτή την υποταγή. Στο εσωτερικό της χώρας, ο Έλληνας πρωθυπουργός εμφανίζεται πανίσχυρος, κρατώντας σε ομηρία και εκβιάζοντας «φίλους» και αντιπάλους μέσα από το σκοτεινό δίκτυο των παρακολουθήσεων της ΕΥΠ και των παράνομων λογισμικών. Όμως, απέναντι στους προστάτες του στην άλλη όχθη του Ατλαντικού, ο ρόλος αντιστρέφεται πλήρως. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης βρίσκεται σε απόλυτη θέση εκβιαζόμενου.

Στο μεγάλο κάδρο της γεωπολιτικής σκακιέρας, δεν υπάρχει ούτε ένα μυστικό, ούτε μια σκοτεινή πτυχή που να τον εκθέτει, που να μην βρίσκεται ήδη στα αρχεία των αμερικανικών και ισραηλινών μυστικών υπηρεσιών. Αυτή είναι η «σταθερότητα» που ευαγγελίζονται: ένας πρωθυπουργός που εκβιάζει το εγχώριο πολιτικό σύστημα για να επιβιώσει, ενώ ο ίδιος εκβιάζεται και άγεται από το βαθύ αμερικανικό και ισραηλινό κράτος. Η υποτέλεια δεν είναι απλώς επιλογή, είναι το αντίτιμο της πολιτικής του επιβίωσης

Και η πρόσφατη υπόθεση με πρωταγωνίστρια την  Κίμπερλι Γκιλφόιλ έρχεται να φωτίσει μια άλλη ενδιαφέρουσα πτυχή του ίδιου σκηνικού..

Η Αμερικανίδα πρέσβειρα στην Ελλάδα βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο ερωτημάτων που δεν προέρχονται μόνο από τον ελληνικό Τύπο ή την αντιπολίτευση. Μετά τα δημοσιεύματα της Wall Street Journal, Αμερικανοί νομοθέτες ζήτησαν από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ να εξετάσει τη συμπεριφορά της, με αιχμές για τις επαφές της με λομπίστα, την προώθηση ενεργειακών συμφωνιών στη Νοτιοανατολική Ευρώπη και τις μετακινήσεις της με ιδιωτικά αεροσκάφη.

Και εδώ αρχίζει το πραγματικά ενδιαφέρον. Γιατί η υπόθεση δεν αφορά απλώς ένα πρόσωπο. Φέρνει στο ίδιο κάδρο τη διπλωματία, το λόμπινγκ, τα επιχειρηματικά συμφέροντα και τον αμερικανικό ενεργειακό σχεδιασμό στην περιοχή.

Σύμφωνα με το δημοσίευμα, ο λομπίστας Κρίστο Μαραφάτσος, που δραστηριοποιείται για λογαριασμό της Aktor,

συμμετείχε σε επαφές της Γκιλφόιλ με κυβερνητικούς αξιωματούχους, ενώ η ίδια φέρεται να προώθησε ενεργειακές συμφωνίες που αφορούν την εισαγωγή αμερικανικού LNG και τη δημιουργία του λεγόμενου «κάθετου διαδρόμου» προς την Ανατολική και Νοτιοανατολική Ευρώπη.

Οι καταγγελίες αυτές αμφισβητούνται από την πλευρά της Γκιλφόιλ και της Aktor, ενώ η αμερικανική πρεσβεία υποστηρίζει ότι η πρέσβειρα τηρεί τους κανόνες του Στέιτ Ντιπάρτμεντ. Αυτό, όμως, δεν αλλάζει το πολιτικό ερώτημα. Πού τελειώνει η διπλωματία και πού αρχίζει το επιχειρηματικό lobbying;

Και ακόμη: Ποιος αποφασίζει για τον ενεργειακό σχεδιασμό της περιοχής και ποια συμφέροντα εξυπηρετεί αυτός ο σχεδιασμός;

Η υπόθεση αποκτά ακόμη μεγαλύτερο βάρος λόγω των καταγγελιών για τη χρήση ιδιωτικών αεροσκαφών. Οι Αμερικανοί νομοθέτες ζητούν να διευκρινιστεί αν οι συγκεκριμένες μετακινήσεις ήταν συμβατές με τους κανόνες που διέπουν τα ταξίδια Αμερικανών διπλωματών.

Η Γκιλφόιλ δεν είναι μια επιχειρηματίας που περνάει από την Αθήνα. Είναι η πρέσβειρα των Ηνωμένων Πολιτειών στη χώρα. Κι όμως, απέναντι σε μια υπόθεση που έχει φτάσει πλέον στο ίδιο το αμερικανικό Κογκρέσο, η κυβέρνηση Μητσοτάκη κρατά εξαιρετικά χαμηλούς τόνους. Σχεδόν ψελλίζει διαψεύσεις που δεν γίνονται πιστευτές από κανέναν, -όταν υπάρχουν δημοσιεύματα δυο μεγάλων εγκύρων εφημερίδων–  όπως έκανε και σήμερα με την δήλωση του υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρου Παπασταύρου ο οποίος μας είπε: «Στα πλαίσια συνεργασίας των δύο χωρών, δεν θα μπορούσε να υπάρχει τέτοιο περιεχόμενο απειλών»

Η κυβέρνηση έχει επενδύσει πολιτικά στην εικόνα της Ελλάδας ως «πυλώνα σταθερότητας» και ως ενός από τους πιο αξιόπιστους συμμάχους της Ουάσιγκτον στην περιοχή. Έχει παρουσιάσει την απόλυτη ευθυγράμμιση με τις αμερικανικές επιλογές ως «γεωπολιτική αναβάθμιση». Όταν, όμως, οι ίδιοι οι Αμερικανοί νομοθέτες ζητούν εξηγήσεις για τη δράση της Αμερικανίδας πρέσβειρας στην Ελλάδα, η Αθήνα εμφανίζεται ιδιαίτερα προσεκτική. Εκεί αποκαλύπτεται η πραγματική σχέση ισχύος.

Στο εσωτερικό, σκληρό κράτος και επίδειξη δύναμης. Απέναντι στην Ουάσιγκτον, προσαρμογή και προσεκτική διαχείριση.

Ισχύς δεν είναι να επιβάλλεσαι στους πιο αδύναμους. Ισχύς είναι να μπορείς να χαράζεις πολιτική χωρίς να περιμένεις το νεύμα των ισχυρότερων. Και αυτό ακριβώς είναι που πρέπει να συζητηθεί πίσω από τις μεγάλες λέξεις περί «στρατηγικής σχέσης», «ενεργειακού κόμβου» και «γεωπολιτικής αναβάθμισης». Πίσω από αυτές υπάρχουν αγωγοί, λιμάνια, συμβόλαια, ενεργειακές εταιρείες, λομπίστες και συγκεκριμένα οικονομικά συμφέροντα.

Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν η Ελλάδα πρέπει να έχει σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Το ερώτημα είναι: Ποιος αποφασίζει; Ποιος ωφελείται; Και με ποιους όρους;

Η υπόθεση Γκιλφόιλ δεν δίνει από μόνη της όλες τις απαντήσεις. Δείχνει όμως κάτι που η κυβέρνηση θα προτιμούσε ίσως να μην συζητά: ότι πίσω από τη ρητορική της «στρατηγικής σχέσης» υπάρχει ένα πλέγμα διπλωματίας, επιχειρηματικών συμφερόντων, λόμπινγκ και γεωπολιτικών σχεδιασμών. Και τότε η κυβερνητική αμηχανία αποκτά άλλη σημασία. Γιατί το ζήτημα δεν είναι μόνο η Κίμπερλι Γκιλφόιλ. Το ζήτημα είναι ποιος έχει το πάνω χέρι όταν κλείνουν οι πόρτες των διπλωματικών γραφείων, ποιοι κάθονται γύρω από το τραπέζι και ποια συμφέροντα βρίσκονται τελικά πάνω από αυτό.

Αυτή είναι η πραγματική συζήτηση που πρέπει να ανοίξει.


https://vathikokkino.gr


 

Δεν υπάρχουν σχόλια: