Αν κάποιος ήθελε μια πρώτη γεύση από την προεκλογική τακτική που ετοιμάζει η Νέα Δημοκρατία, η συνέντευξη της Ντόρας Μπακογιάννη στον ΣΚΑΪ ήταν αποκαλυπτική. Το βασικό μήνυμα ήταν ξεκάθαρο: ή ψηφίζετε Μητσοτάκη ή σας περιμένει η αστάθεια! Ένα γνώριμο εκβιαστικό δίλημμα, με το οποίο η κυβερνητική παράταξη επιχειρεί να μετατρέψει τον φόβο σε εκλογικό επιχείρημα και να εμφανίσει την παραμονή της στην εξουσία ως τη μοναδική ασφαλή επιλογή για τη χώρα.
Η κυρία Μπακογιάννη εκτίμησε, μάλιστα, ότι η αυτοδυναμία της Ν.Δ. «δεν απέχει πολύ», ποντάροντας στην υποτιθέμενη διάθεση των πολιτών να μη διακινδυνεύσουν τα «κεκτημένα» τους μέσα σε μια μεγάλη διεθνή κρίση. Μόνο που εδώ υπάρχει μια μικρή λεπτομέρεια που η κυβερνητική επιχειρηματολογία προσπαθεί να προσπεράσει: ποια ακριβώς κεκτημένα έχουν να υπερασπιστούν οι εργαζόμενοι, οι συνταξιούχοι και τα λαϊκά νοικοκυριά;
Τις συνεχείς ανατιμήσεις στα τρόφιμα και στα είδη πρώτης ανάγκης; Τα ενοίκια που έχουν γίνει απλησίαστα; Τους μισθούς που εξαντλούνται πολύ πριν τελειώσει ο μήνας; Την εργασιακή ανασφάλεια και την υποβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών; Για εκατομμύρια ανθρώπους, η καθημερινότητα δεν μοιάζει με διαφύλαξη κεκτημένων, αλλά με έναν διαρκή αγώνα για να βγει ο μήνας.
Η Ντόρα Μπακογιάννη αναγνώρισε ότι υπάρχει σοβαρό πρόβλημα ακρίβειας, έσπευσε όμως να το εντάξει στο πλαίσιο των διεθνών εξελίξεων. Η διεθνής κρίση, βέβαια, είναι μια υπαρκτή πραγματικότητα. Δεν αποτελεί, όμως, μαγικό άλλοθι που εξαφανίζει τις κυβερνητικές ευθύνες για τη φορολογική πολιτική, την ενεργειακή αγορά, τους ελεγκτικούς μηχανισμούς και τις επιλογές που καθορίζουν το ποιος πληρώνει το κόστος μιας κρίσης και ποιος προστατεύει τα κέρδη του.
Γιατί το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν υπάρχει διεθνής αναταραχή. Είναι ποιος καλείται να πληρώσει τον λογαριασμό. Και η μέχρι τώρα κυβερνητική πολιτική έχει δώσει επανειλημμένα την απάντησή της: τα λαϊκά στρώματα καλούνται να προσαρμοστούν, να περιορίσουν τις ανάγκες τους και να συμβιβαστούν με την ακρίβεια, ενώ η επίκληση της σταθερότητας επιστρατεύεται κάθε φορά που η κοινωνική δυσαρέσκεια απειλεί να μετατραπεί σε πολιτικό κόστος.
Το «Μητσοτάκης ή αστάθεια;» δεν είναι, λοιπόν, κάποιο καινούργιο πολιτικό εύρημα. Είναι η παλιά συνταγή του εκβιασμού με διαφορετικό περιτύλιγμα. Όταν μια κυβέρνηση δυσκολεύεται να πείσει με το έργο της,
επιχειρεί να πείσει με τον φόβο για το τι θα συμβεί αν φύγει. Αντί να λογοδοτήσει για όσα έκανε, ζητά από τους πολίτες να τρομάξουν με όσα υποτίθεται ότι θα συμβούν χωρίς αυτήν.Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η αναφορά της Μπακογιάννη στο ενδεχόμενο δημιουργίας κόμματος από τον Αντώνη Σαμαρά. Παραδέχτηκε ότι μπορεί να προκαλέσει εκλογικές απώλειες στη Ν.Δ., εκτιμώντας, ωστόσο, ότι δεν θα επιφέρει σοβαρό πλήγμα. Μια καθησυχαστική εκτίμηση, που δεν αναιρεί το γεγονός ότι στο εσωτερικό της δεξιάς παράταξης διαμορφώνονται ανταγωνισμοί και προσωπικές στρατηγικές ενόψει της επόμενης εκλογικής αναμέτρησης.
Και φυσικά, δεν έλειψε η επίθεση στον Αλέξη Τσίπρα, τον οποίο η κυρία Μπακογιάννη χαρακτήρισε «διχασμένη προσωπικότητα», κατηγορώντας τον ότι δυσκολεύεται να βρει την πολιτική του ταυτότητα ανάμεσα στο χτες και στο σήμερα. Εδώ η πολιτική αντιπαράθεση αποκτά και τα γνώριμα χαρακτηριστικά της προσωπικής απαξίωσης. Η κυβέρνηση και τα στελέχη της εμφανίζονται ως εγγυητές της ομαλότητας, ενώ οι πολιτικοί αντίπαλοι παρουσιάζονται ως παράγοντες κινδύνου, σύγχυσης και αποσταθεροποίησης.
Βέβαια, η πολιτική αξιοπιστία δεν κρίνεται από τις διαγνώσεις που κάνει ένας πολιτικός για την προσωπικότητα του αντιπάλου του. Κρίνεται από τις πολιτικές που εφαρμόζει, τις κοινωνικές ανάγκες που καλύπτει και τα συμφέροντα που εξυπηρετεί.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και η δήλωσή της ότι, αν η Ν.Δ. πέσει στο 25%, ο πρωθυπουργός θα πρέπει πράγματι να αναλάβει τις ευθύνες του. Μια τοποθέτηση που αφήνει ανοιχτό το ερώτημα για την επόμενη ημέρα στο εσωτερικό της κυβερνητικής παράταξης. Γιατί, όσο κι αν η δημόσια συζήτηση περιστρέφεται γύρω από τη σταθερότητα της χώρας, στα κομματικά επιτελεία η αγωνία για την επόμενη ημέρα της εξουσίας έχει πάντα τη δική της βαρύτητα.
Και κάπου εδώ μπαίνει στη συζήτηση και η οικογενειακή διάσταση της πολιτικής ζωής της Ν.Δ. Η ίδια η Ντόρα Μπακογιάννη έχει συνδεθεί επί δεκαετίες με τις κορυφαίες θέσεις της εξουσίας, ενώ ο γιος της, Κώστας Μπακογιάννης, έχει ήδη διαγράψει τη δική του πολιτική διαδρομή. Η ιδέα μιας μελλοντικής πρωθυπουργικής προοπτικής για τον γιο της, μπορεί να αποτελεί ένα αυθαίρετο συμπέρασμα από τη συγκεκριμένη συνέντευξη. Το ευρύτερο ερώτημα, πάντως, παραμένει απολύτως θεμιτό: πόσο μακριά βρίσκεται η ελληνική πολιτική ζωή από την οικογενειοκρατία, όταν τα ίδια επώνυμα εξακολουθούν να καταλαμβάνουν κεντρική θέση στην εξουσία επί δεκαετίες;
Η ουσία είναι ότι η Ν.Δ. προετοιμάζει το έδαφος για μια εκλογική μάχη όπου το βασικό της όπλο δεν θα είναι μόνο η υπεράσπιση του κυβερνητικού έργου, αλλά και η καλλιέργεια του φόβου. Θα ζητήσει από τους πολίτες να ψηφίσουν με το βλέμμα στραμμένο όχι τόσο σε όσα έζησαν τα προηγούμενα χρόνια, όσο σε όσα κινδυνολογικά θα τους περιγράψουν ότι μπορεί να ζήσουν αν αλλάξει η κυβέρνηση.
Μόνο που η κοινωνία δεν είναι υποχρεωμένη να διαλέγει ανάμεσα στον κυβερνητικό φόβο και στην αβεβαιότητα. Δικαιούται να κρίνει, να αμφισβητεί, να διεκδικεί και να αναζητά διαφορετικές πολιτικές επιλογές.
Και αν η κυβέρνηση θεωρεί ότι η αυτοδυναμία της «δεν απέχει πολύ», ας περιμένει την ετυμηγορία των πολιτών χωρίς να τους κουνά διαρκώς το σκιάχτρο της αστάθειας.
Γιατί η σταθερότητα μιας κυβέρνησης δεν αποτελεί αυτοσκοπό. Το πραγματικό ζητούμενο είναι η σταθερότητα στη ζωή των ανθρώπων — κι αυτή δεν εξασφαλίζεται με εκβιαστικά διλήμματα, τηλεοπτικές προειδοποιήσεις και οικογενειακά πολιτικά κειμήλια.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου