Δευτέρα 26 Φεβρουαρίου 2018

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ

Ετυμολογία [επεξεργασία]

απατεώνας < αρχαία ελληνική ἀπατεών < ἀπατάω (: εξαπατώ, απατώ)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

απατεώνας αρσενικό (θηλυκό: απατεώνισσα)

Δεν υπάρχουν σχόλια: