Κυριακή, 8 Ιουλίου 2018

«ΜΗΤΣΟΤΑΚΗ ΚΑΘΑΡΜΑ»

MΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΑ "ΙΟΥΛΙΑΝΑ" ΚΑΙ ΤΗΝ ΜΕΓΑΛΗ ΠΡΟΔΟΣΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΟΥ 1965

Από νωρίς το απόγεμα πήγα και κόλλησα τη ράχη μου στον ανατολικό τοίχο του «Μεγάλη Βρετανία». Το πλήθος είχε καταλάβει όλο το πεζοδρόμιο, αντίκρυ δεξιά μας η Βουλή – άρχιζε η πολιορκία της. Φώναζα κι εγώ με τους άλλους, ώσπου έγδαρα το λαρύγγι μου: «Κάτω οι προδότες. Κάτω οι δούλοι της Αυλής. Ένας είναι ο αρχηγός, ο κυρίαρχος Λαός». Αγόρια και κορίτσια έφταναν ομάδες –ομάδες, ξεχώριζαν μερικά πανώ των Λαμπράκηδων∙ παίρναν θέση στο πεζοδρόμιο, ύστερα πέρασαν και στ’ αντικρινό, η πολιορκία της Βουλής γινόταν πιο στενή. Με το σούρουπο άρχισαν να φτάνουν οι εργαζόμενοι: υπάλληλοι καταστημάτων, εργάτες κι εργάτριες από τις βιομηχανίες γύρω στην Αθήνα και τον Πειραιά. Η πλατεία Συντάγματος γέμισε κι οι φωνές, σαν άγρια καταιγίδα, τάραζαν το πλήθος κύμα στο κύμα. Ο τόνος έγινε πιο τραχύς: «Μητσοτάκη, κάθαρμα». Η αστυνομία του ναυάρχου Τούμπα,
του νέου αποστάτη υπουργού Δημοσίας Τάξεως, προσπαθούσε ν’ αναχαιτίσει το πλήθος σχηματίζοντας αλυσίδα με τα χέρια. Ύστερα ήρθαν, φαίνεται, άλλες διαταγές, κι άρχισε η επίθεση με τα κλομπς για να διαλυθούμε. Τότε ανέβηκαν ως τον ουρανό οι κατάρες κι οι βρισιές. Τα ρόπαλα κατεβαίναν κατακέφαλα, στριγκλιές γυναικών, είχε νυχτώσει πια, κάμποσοι γεροδεμένοι διαδηλωτές, εργάτες, οικοδόμοι, αθλητές, σπουδαστές θέλησαν να περάσουν στην αντεπίθεση, τους συγκράτησαν οι πιο ψύχραιμοι, κι άρχισε η υποχώρηση. Ο Τούμπας είχε κρύψει τις κλούβες του σ’ όλες τις παρόδους. Κι ενώ συνεχιζόταν το κυνηγητό κι οι συγκρούσεις στην πλατεία Συντάγματος, εγώ βρέθηκα τρέχοντας, σπρωγμένος από το πλήθος, στην οδό Βουκουρεστίου. Πέρα, στο αντικρινό πεζοδρόμιο, ύστερα από το «Μπραζίλιαν» είδα το κεφάλι της Φλώρας, έπειτα την είδα ολόκληρη, έτρεχε κι αυτή, μονάχη της μέσα στο πλήθος, δε φαινόταν να τη συνοδεύει κανένας από τους φίλους της. Έτρεξα να τη συναντήσω, μα για να διασχίσω το κατάστρωμα μου πήρε μερικές στιγμές, ώσπου να φτάσω στο πεζοδρόμιο της Σταδίου, εκείνη είχε χαθεί στη στοά του άλλου «Μπραζίλιαν», που βγάζει στην οδό Καραγεώργη της Σερβίας, ποτέ μην μπαίνεις σε στοά όταν σε κυνηγούν, στην άλλη άκρη σε περιμένει το μπλόκο. Παλιά μαθήματα, της Κατοχής. Σταμάτησα και την άφησα να χαθεί. Γύρισα με τα πόδια∙ τα λεωφορεία ήταν φίσκα κι ήθελα να βλέπω τον κόσμο, το κυνηγητό και τους αιφνιδιασμούς της αστυνομίας, ν’ ακούω τα συνθήματα και τις κατάρες. Από την πλατεία Ρηγίλλης και πέρα ο κόσμος αραίωσε. Με πονούσε και το λαρύγγι μου από τις φωνές. Σπίτι, έκανα μια γαργάρα με νερό κι αλάτι∙ χειρότερα. Τότε πήρα δυο αυγά φρέσκα, τα έσπασα σ’ ένα φλιτζάνι, κράτησα τον κρόκο τους, έριξα μέσα πολλή ζάχαρη και τα χτύπησα. Αυτό ήταν και το δείπνο μου. Άδικα περίμενα ν’ ακούσω τη Ματθίλδη να γυρίζει, θα την έπιανα στην κουβέντα, να μάθω τις εντυπώσεις της. Δε σκέφτηκα να βάλω το ραδιόφωνο, για ν’ ακούσω πώς θα παρουσίαζαν τα πράγματα οι Αποστάτες. Λες κι είχα ξεχάσει την παρουσία του. Βαρέθηκα να περιμένω, τα μάτια μου είχαν γλαρώσει από τη νύστα, γδύθηκα, έπεσα στο κρεβάτι και τον πήρα μονορούφι. Μ’ αποκοίμισε η ανάμνηση μιας μυριόστομης κραυγής: «Κάτω οι δούλοι της Αυλής». […] Πότε νύχτωσε, πότε τελείωσε το πρόγραμμα της συγκέντρωσης και τελείωσε άραγε; Είχαμε χάσει την αίσθηση του χρόνου. Άξαφνα η λαοθάλασσα έπιασε να βαδίζει αργά, πυκνή και τρικυμισμένη για την οδό Κοραή ή ν’ ανεβαίνει την Πανεπιστημίου προς την πλατεία Συντάγματος. Ακούστηκαν κάτι κρότοι, σα να ξετάπωναν μπουκάλες της σαμπάνιας, αλλά πιο ισχυροί και μεταλλικοί. Ένα κορίτσι φώναξε: «Στη Σταδίου ρίχνουν αέρια, τα τέρατα!» Κι άρχισε ο πανικός. Την ίδια στιγμή, από πολλές μεριές, μεγάλες ομάδες αστυνομικών ρίχνονταν πάνω στα πλήθη που σκορπούσαν, και τυφλά, μανιασμένα κατεβάζαν πάνω στα κεφάλια τους τα κλομπς. Όποιος έπεφτε χάμω δεν έβρισκε λύπηση. Τον κλοτσούσαν, τον ποδοπατούσαν μες στους καπνούς των δακρυγόνων. Χαφιέδες με άσπρα κοντομάνικα πουκάμισα κι οπλισμένοι με κλομπς ήταν οι πιο άγριοι. Κραυγές και κατάρες και στριγκλιές πόνου: «Δολοφόνοι, προδότες», γέμιζαν τη μολυσμένη ατμόσφαιρα της Πανεπιστημίου, της Κοραή και της Σταδίου. Παντού τραυματίες με πρησμένα πρόσωπα, ματωμένες πλάτες και σπασμένα χέρια, βόγκοι και κλάματα κι ολοφυρμοί, μια κόλαση. Τα μαγαζιά κατεβάζαν γρήγορα τα ρολά τους κι έσβηναν τα φώτα. «Στην Ακαδημίας κάνουν συλλήψεις», φώναξε κάποιος και χάθηκε. […] Τον είχα πάρει πάνω στην καρέκλα και με ξύπνησε το κουδούνι της πόρτας. Άνοιξα, ήταν η Ματθίλδη ναι, όμως αγνώριστη. Κάτασπρη σαν πανί, αχτένιστη, με ασάλευτα μάτια έκανε μερικά βήματα, στάθηκε και είπε δισταχτικά: – Σκότωσαν το Σωτήρη. Την πήρα στην αγκαλιά μου, την κάθισα στο κρεβάτι. Έφερα βρεγμένη πετσέτα και της σκούπισα το πρόσωπο από τις καπνιές και τον ιδρώτα, της έστρωσα τα μαλλιά, της έδωσα να πιει νερό. – Ποιο Σωτήρη; ρώτησα. – Τον Πέτρουλα. Πάει το παλικάρι, το φάγανε οι δήμιοι. Μια συμμαθήτρια της Χρύσας λέει πως άκουσε τον αξιωματικό, πάνω στο θωρακισμένο, να διατάζει τον πυροβολητή που σκόπευε με το κανονάκι των δακρυγόνων: «Κατέβασέ μου αυτόν τον ψηλό με το πράσινο». Ο Σωτήρης είχε σκαρφαλώσει στο σηματοδότη της διασταύρωσης Σταδίου και Λαδά κι απ’ εκεί πάνω φώναζε συνθήματα. Τώρα πάει. (Στρατής Τσίρκας, Η Χαμένη Άνοιξη) Τα Ιουλιανά του 1965: Οι 70 μέρες που συγκλόνισαν την Ελλάδα της Κατερίνας Παρδάλη Η άρχουσα τάξη στην Ελλάδα προσπαθεί να ξορκίσει τη μνήμη αυτών που πραγματικά συνέβησαν στα λεγόμενα «Ιουλιανά». Ο λόγος είναι ότι τότε το «πεζοδρόμιο» (δηλαδή, οι από κάτω) καθόρισε τις εξελίξεις. Τα γεγονότα εκείνων των 70 ημερών παρουσιάζονται σαν μια «ανωμαλία» μέσα στο δημοκρατικό πολίτευμα: παρασκήνια, παζάρια, εκβιασμοί και εξαγορές που οργανώνονταν στο Παλάτι, στο Κοινοβούλιο και στα γραφεία των μεγαλοεκδοτών… Τα Ιουλιανά για τους περισσότερους-ες  έχουν ταυτιστεί με την «αποστασία» του Μητσοτάκη. Τα Ιουλιανά είναι η μεγαλύτερη κοινωνική έκρηξη μετά την ΕΑΜική επανάσταση (1941-1944) και τη συντριβή της στον εμφύλιο πόλεμο (1945-1949). Στην πραγματικότητα ήταν ένα είδος «ελληνικού Μάη του ’68». Αποτέλεσαν τη βασική τομή στη μετεμφυλιακή ελληνική ιστορία. Στην πραγματικότητα το βασιλικό πραξικόπημα ήταν η αφορμή, η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Τα Ιουλιανά ξέσπασαν ξαφνικά, αλλά είχαν προηγηθεί διεργασίες χρόνων. Η Αριστερά ηττήθηκε στον εμφύλιο στην Ελλάδα. Το όραμα όμως της διεκδίκησης μιας άλλης κοινωνίας δεν ξεριζώθηκε με την ήττα. Για παράδειγμα η ΕΔΑ (Ελληνική Δημοκρατική Αριστερά), που ιδρύθηκε το 1951, έφτασε στις εκλογές του 1958 να πάρει το 24,4% των ψήφων. Αυτή η νίκη της Αριστεράς σόκαρε την άρχουσα τάξη. Η Δεξιά απάντησε με καινούργιες διώξεις και νέα τρομοκρατία. Κυριαρχούσε ακόμα το μετεμφυλιακό κράτος και παρακράτος με τον λυσσαλέο αντικομουνισμό, το κυνήγι κάθε προοδευτικής φωνής, τους τραμπουκισμούς, το χαφιεδισμό και το «φακέλωμα». Απεργίες Αυτή η ζοφερή για την πλειοψηφία του λαού κατάσταση ξεσήκωσε ένα μαζικό ριζοσπαστικό κίνημα. Έτσι στη δεκαετία του ’60 η άρχουσα τάξη γνώρισε πολιτική κρίση, ενώ αντίθετα το κίνημα πέρασε από την ανασύνταξη στην έφοδο, με αποκορύφωμα τα Ιουλιανά του 1965. Την αρχή έκαναν οι οικοδόμοι, την 1η Δεκέμβρη του 1960. Είχαν κηρύξει πανελλαδική απεργία που είχε τεράστια επιτυχία. Οι οικοδόμοι την εποχή εκείνη έφταναν τις 200.000. Στην Αθήνα, μετά από πολύωρες οδομαχίες, έτρεψαν σε φυγή τα «μηχανοκίνητα» της Αστυνομίας. Πάνω από 150 τραυματίες και 179 συλλήψεις ήταν ο απολογισμός. Αλλά αυτό δεν έκαμψε κανέναν. Ακολούθησαν μια σειρά από απεργίες και σκληρούς αγώνες αυτού του κλάδου και πέρα από την επιτυχία που είχαν στα αιτήματά τους, στην ουσία άνοιξαν το δρόμο της μάχης για πλήθος άλλους εργατικούς κλάδους και για τη φοιτητική νεολαία. Για πρώτη φορά στη σύγχρονη ελληνική ιστορία του εργατικού κινήματος πρωταγωνιστικό ρόλο διαδραμάτισαν βιομηχανικοί κλάδοι: κλωστοϋφαντουργοί, μεταλλωρύχοι, τσιμεντεργάτες… Τέλος εποχής Το 1963 η «εποχή» του Καραμανλή τέλειωσε. Μετά την ήττα του στις εκλογές, έφυγε στο Παρίσι με ψεύτικο όνομα. Λίγους μήνες πιο πριν, παρακρατικοί τραμπούκοι είχαν δολοφονήσει στη Θεσσαλονίκη τον βουλευτή Γρηγόρη Λαμπράκη, συνεργαζόμενο με την ΕΔΑ. Η κηδεία του μετατράπηκε σε μια τεράστια οργισμένη διαδήλωση (συμμετείχαν 500.000 με 700.000 άτομα). Έτσι άρχισε να σπάει η καραμανλική τρομοκρατία. Η Ένωση Κέντρου (ΕΚ), που ιδρύθηκε το 1961 από τον Γ. Παπανδρέου, είχε σκοπό να αποτελέσει ανάχωμα ανάμεσα στο κίνημα και την Αριστερά. Προτείνοντας κάποια μέτρα φιλελευθερωποίησης, ήλπιζε ότι η κατάσταση θα εξομαλυνόταν, η ΕΔΑ θα έπαυε να μεγαλώνει, ενώ ο κόσμος θα βολευόταν με τη «δημοκρατική» ΕΚ. Ο ιδρυτής της, Γεώργιος Παπανδρέου, ουδέποτε έβλεπε συμμαχίες με την Αριστερά. Δεν τα κατάφερε όμως να «εξομαλύνει» την ταξική πάλη. Το κίνημα από τα κάτω έκανε όλο και πιο αισθητή την παρουσία του. Οι εργαζόμενοι άρχισαν να παίρνουν στα χέρια τους τα συνδικάτα. Οι απεργίες πλήθυναν και έβαλαν πολιτικά αιτήματα. Στους χώρους της νεολαίας, η «Δημοκρατική Νεολαία Λαμπράκη» απέκτησε τεράστια επιρροή. Ιδρύθηκε μετά τη δολοφονία του Λαμπράκη και σύντομα αριθμούσε 150.000 μέλη, ιδρύοντας «λέσχες» σε απίθανα μέρη, ακόμα και σε χωριά. Η βασιλική «εκτροπή» (δηλ. ο εξαναγκασμός σε παραίτηση του πρωθυπουργού Γ.Παπανδρέου στις 15/7/1965) οδήγησε στα Ιουλιανά. Τα Ιουλιανά Σε διάστημα 70 ημερών έγιναν 400 περίπου λαϊκές συγκεντρώσεις με συμμετοχή δεκάδων, πολλές φορές και εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων, που αγνοούσαν το ξύλο, την τρομοκρατία, τις συλλήψεις, τους τραυματισμούς. Κάποιες κινητοποιήσεις είναι χαρακτηριστικές. Στις 17 Ιούλη τα συνδικάτα κάλεσαν σε απεργία και συγκέντρωση. Στα εργοστάσια και στα γιαπιά έγινε χαμός κινητοποίησης, παρόλο που η αστυνομία δεν είχε δώσει ακόμα άδεια συγκέντρωσης. Τελικά η αστυνομία επέτρεψε να γίνει η συγκέντρωση στο γήπεδο του Παναθηναϊκού, στη λεωφόρο Αλεξάνδρας και δεκάδες χιλιάδες κόσμου, με πολλές διαδηλώσεις συνέκλιναν εκεί. Μετά τους καθιερωμένους λόγους, οι οργανωτές κάλεσαν το λαό να «διαλυθεί ησύχως». Δεν τους άκουσε κανείς. Δεκάδες χιλιάδες διαδηλωτές κατευθύνθηκαν προς το Σύνταγμα, σπάζοντας την απαγόρευση. Την Τετάρτη 21 Ιούλη, οι φοιτητές διαδήλωσαν στα Προπύλαια και η αστυνομία χτύπησε βάναυσα τη συγκέντρωση. Το αποτέλεσμα ήταν 300 τραυματίες και ένας νεκρός: ο Σωτήρης Πέτρουλας (αριστερός φοιτητής-εργαζόμενος). Το όνομά του γίνεται θρύλος και σύμβολο της αντίστασης και στην κηδεία του κατεβαίνουν δεκάδες χιλιάδες διαδηλωτές. Κορυφαία στιγμή ήταν και η πανεργατική πολιτική απεργία στις 27 Ιούλη. Όλη η Αθήνα νέκρωσε εκείνη τη μέρα και μια τεράστια λαοθάλασσα κατευθύνθηκε προς το Σύνταγμα, παρά τις εκκλήσεις στελεχών της ΕΔΑ να «σεβαστεί» η διαδήλωση τις απαγορεύσεις της αστυνομίας. Όλη αυτή η κοινωνική έκρηξη, παρόλη την τεράστια αυθόρμητη δράση του κόσμου, έμεινε χωρίς οργάνωση, χωρίς ηγεσία και φυσικό ήταν κάποια στιγμή να υποχωρήσει. Παρόλο που οι κυβερνήσεις των αποστατών έπεφταν η μία πίσω από την άλλη, ούτε η Ένωση Κέντρου, ούτε η ΕΔΑ έβαλαν ζήτημα ανατροπής της βασιλείας. Οι πολιτικές ηγεσίες επιδίωκαν μόνο την επιστροφή στην «κοινοβουλευτική ομαλότητα». Στα Ιουλιανά, κυριάρχησε μια ολοένα εντεινόμενη απόκλιση του ζωντανού κινήματος από την πολιτική των ηγεσιών (ΕΔΑ και ΕΚ). Η σύμπλευση και η κοινή στάση της βάσης του Κέντρου και της Αριστεράς, που τότε ήταν ολοφάνερη, ουδέποτε άρεσε στον Γ. Παπανδρέου. Αυτός φρόντισε να αποτραπεί με κάθε τρόπο αυτό το ενδεχόμενο. Η πολιτική της ΕΔΑ Πώς αντέδρασε σ’ αυτό το πρωτοφανές κίνημα η Αριστερά της εποχής (ΕΔΑ); Επέμενε στην επιδίωξή της να κερδίσει την αναγνώριση του πολιτικού κόσμου σαν ένα «υπεύθυνο» κόμμα, σεβόμενο τα πλαίσια και τους κανόνες του επίσημου πολιτικού παιχνιδιού. Απαρνήθηκε ουσιαστικά το ρόλο της πρωτοπορίας και αγνόησε την ταξική πάλη, περιοριζόμενη στην κοινοβουλευτική δράση. Στρατηγική της δεν ήταν ο σοσιαλισμός, αλλά η «Εθνική Δημοκρατική Αλλαγή», η οποία, για να επιτευχθεί, έπρεπε να περάσει πλήθος «στάδια». Στο Α΄ Συνέδριο της ΕΔΑ η εθνική αστική τάξη αναγορεύεται σύμμαχος δύναμη για την Αλλαγή. Σαν «πρώτο βήμα» για την πραγματοποίηση αυτής της Αλλαγής τίθεται η απομάκρυνση της κυβέρνησης Καραμανλή από την εξουσία, με μια σειρά «ελιγμούς» και συμφωνίες, με στόχο την εκλογική αποτυχία της ΕΡΕ και την αντίστοιχη επιτυχία της Ένωσης Κέντρου, για την οποία απουσιάζει κάθε κριτική. Για να μην «τρομάξει» τους υποτιθέμενους μελλοντικούς συμμάχους της, η ηγεσία της ΕΔΑ έφτασε όχι απλώς να μείνει κατώτερη των περιστάσεων και των απαιτήσεων αυτού του φανταστικού κινήματος, αλλά πολλές φορές προσπάθησε και να το «μαζέψει». Αυτή η υποτίμηση του ταξικού χαρακτήρα του κινήματος, όπως και η έλλειψη εμπιστοσύνης στον εξεγερμένο κόσμο –λόγω της επιλογής για συμμαχία με τις «δυνάμεις του κέντρου…»– οδήγησαν την ΕΔΑ να σέρνεται πίσω από την ΕΚ. Αυτή η πολιτική ήταν καταστροφική για την Αριστερά, αλλά πιο πολύ ήταν καταστροφική για το εργατικό και νεολαιίστικο κίνημα εκείνης της περιόδου, που αντί να προχωρήσει μπροστά, τσακίζοντας ακόμα και κάθε περίπτωση πραξικοπήματος, βρέθηκε ακαθοδήγητο και ανέτοιμο μπροστά στη Χούντα της 21ης Απρίλη 1967. Σήμερα, πέρα από το γεγονός ότι τιμάμε όλους τους αγωνιστές-τριες της ΕΔΑ και τους αγώνες που, σε  πολύ δύσκολους καιρούς, δώσανε, πρέπει να διαχωριζόμαστε από αυτή την πολιτική. Θέλουμε στην παράδοσή μας τη μαζικότητα, τη μαχητικότητα, την ευρηματικότητα και το θάρρος εκείνου του κινήματος. Αλλά δεν θέλουμε την πολιτική που το οδήγησε στην ήττα.
Στρατής Τσίρκας, «Η χαμένη Άνοιξη» (1976)

Δεν υπάρχουν σχόλια: