Του Γιώργη Γιαννακέλλη
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη προσπαθεί να παρουσιάσει τη γκάφα του Συμβούλου της ως «υβριδική επίθεση», αλλά το πραγματικό ερώτημα είναι ποιος ευθύνεται για την ασφάλεια των επικοινωνιών υψηλών στελεχών.
Αν η κυβέρνηση πιστεύει ότι η υπόθεση του Θάνου Ντόκου θα ξεχαστεί πίσω από τον βολικό χαρακτηρισμό της «φάρσας», κάνει λάθος. Δεν πρόκειται για ένα ατυχές περιστατικό ούτε για μια αστεία ιστορία που μπορεί να αντιμετωπιστεί με επικοινωνιακά τεχνάσματα. Πρόκειται για μια υπόθεση που αποκαλύπτει τις επικίνδυνες ρωγμές ενός συστήματος το οποίο διαφημίστηκε ως «επιτελικό κράτος», αλλά στην πράξη λειτουργεί με όρους παρέας, αδιαφάνειας και ατιμωρησίας.
Ας τα πιάσουμε τα πράγματα με την σειρά. Δύο γνωστοί Ρώσοι φαρσέρ, οι Vovan & Lexus, οι οποίοι έχουν κατά καιρούς παγιδεύσει δεκάδες διεθνείς πολιτικούς και αξιωματούχους, εμφανίστηκαν ως Ουκρανοί αξιωματούχοι και κατάφεραν να συνομιλήσουν με τον Γενικό Γραμματέα Εθνικής Ασφάλειας του πρωθυπουργού. Στη συνομιλία έγιναν αναφορές σε πολιτικές εξελίξεις, σε επικείμενες εκλογές, σε περιστατικά με drones και στις επιπτώσεις τους για την κυβέρνηση.
Μετά τη δημοσιοποίηση του υλικού, το Μέγαρο Μαξίμου επιχείρησε να περιορίσει τη ζημιά, μιλώντας για «υβριδική επίθεση με χρήση τεχνητής νοημοσύνης» και διαβεβαιώνοντας ότι δεν διέρρευσαν απόρρητες πληροφορίες.
Ακόμη κι αν δεχθεί κανείς αυτή την εκδοχή, το ουσιαστικό ερώτημα παραμένει αναπάντητο: πώς είναι δυνατόν ο άνθρωπος που βρίσκεται στην κορυφή του μηχανισμού εθνικής ασφάλειας να μην προστατεύεται από μια τόσο στοιχειώδη επιχείρηση εξαπάτησης;
Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι αυτό που αποσιωπάται συστηματικά.
Ο Θάνος Ντόκος είναι ένας ακαδημαϊκός με εξειδίκευση στις διεθνείς σχέσεις και τη στρατηγική. Δεν υπήρξε ποτέ ειδικός στις ασφαλείς επικοινωνίες, στην κυβερνοάμυνα ή στα πρωτόκολλα προστασίας κυβερνητικών στελεχών. Αυτή είναι ευθύνη των αρμόδιων υπηρεσιών της ΕΥΠ και των ειδικών επιτελείων που έχουν ως αποστολή τη θωράκιση των επικοινωνιών της πολιτικής και κρατικής ηγεσίας.
Γιατί, λοιπόν, κανείς δεν αναζητά εκεί τις ευθύνες;
Γιατί ορισμένα στελέχη της ΕΥΠ μοιάζουν να απολαμβάνουν καθεστώς μόνιμης ασυλίας,
ακόμη και όταν εκτίθεται διεθνώς ολόκληρος ο μηχανισμός ασφαλείας της χώρας;Η απάντηση είναι μάλλον προφανής για όποιον θυμάται το σκάνδαλο των υποκλοπών και του Predator. Τα δίκτυα εξουσίας που συγκροτήθηκαν τα προηγούμενα χρόνια, οι προσωπικές σχέσεις και οι μηχανισμοί προστασίας εξακολουθούν να λειτουργούν. Το σύστημα προτιμά να αφήσει εκτεθειμένο έναν τεχνοκράτη παρά να αγγίξει τον σκληρό πυρήνα των υπηρεσιών που θεωρούνται «ανέγγιχτες».
Η επίκληση ότι «παρόμοιες φάρσες έχουν συμβεί και σε ξένους αξιωματούχους» δεν αποτελεί επιχείρημα. Είναι ομολογία αποτυχίας. Όταν ο Γενικός Γραμματέας Εθνικής Ασφάλειας μιας χώρας εξαπατάται τόσο εύκολα, το πρόβλημα δεν είναι η επινοητικότητα δύο φαρσέρ. Είναι η χαλαρότητα, η προχειρότητα και η αλαζονεία ενός κρατικού μηχανισμού που έχει πειστεί ότι δεν λογοδοτεί σε κανέναν.
Αυτό είναι, άλλωστε, το πραγματικό πρόσωπο του λεγόμενου «επιτελικού κράτους». Ένα κράτος όπου οι ευθύνες σταματούν πάντα λίγο πριν φτάσουν στους πραγματικά ισχυρούς. Ένα κράτος στο οποίο οι «ημέτεροι» προστατεύονται, οι μηχανισμοί αυτοπροστατεύονται και η πολιτική ευθύνη μετατρέπεται σε επικοινωνιακή διαχείριση.
Η εθνική ασφάλεια δεν είναι ιδιοκτησία του Μεγάρου Μαξίμου. Δεν είναι προσωπική υπόθεση μιας κλειστής ομάδας συμβούλων ούτε πεδίο ασκήσεων δημοσίων σχέσεων. Είναι ζήτημα δημοκρατίας, θεσμικής λογοδοσίας και λαϊκής κυριαρχίας.
Και όσο οι πραγματικοί υπεύθυνοι παραμένουν στο απυρόβλητο, κάθε νέα «φάρσα» θα είναι απλώς η επόμενη πράξη μιας επικίνδυνης κανονικότητας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου