Του Απόστολου Αποστόλου
Η Ελλάδα δεν βιώνει απλώς μια πολιτική κρίση. Βιώνει ένα πολιτικό έμφραγμα στο ίδιο το κύκλωμα του νοήματος. Οι έννοιες της δημοκρατίας, της λαϊκής κυριαρχίας, της εθνικής αξιοπρέπειας και της κοινωνικής δικαιοσύνης μοιάζουν να έχουν αλλοιωθεί από μια αυτάρεσκη, δήθεν «φωτισμένη» πολιτική ελίτ, η οποία θεωρεί ότι κατέχει το μονοπώλιο της αλήθειας και, στο όνομα του δήθεν εκσυγχρονισμού, επιχειρεί να επιβάλει τις επιλογές της. Η πολιτική αντιπαράθεση αντικαθίσταται ολοένα και περισσότερο από επικοινωνιακές στρατηγικές, ενώ η ουσιαστική συζήτηση για τα μεγάλα προβλήματα της χώρας παραμερίζεται.
Η πληροφόρηση, σύμφωνα με όσους ασκούν έντονη κριτική στο σημερινό πολιτικό και επικοινωνιακό σύστημα, δεν λειτουργεί πλέον μόνο ως μέσο ενημέρωσης, αλλά και ως εργαλείο διαμόρφωσης της κοινής γνώμης. Ένα κυρίαρχο αφήγημα προβάλλεται ως η μοναδική αποδεκτή εκδοχή της πραγματικότητας, ενώ κάθε διαφορετική προσέγγιση συχνά αντιμετωπίζεται με καχυποψία ή περιθωριοποίηση. Όταν ο δημόσιος διάλογος περιορίζεται, η δημοκρατία αποδυναμώνεται και οι πολίτες αισθάνονται ότι η φωνή τους έχει ολοένα μικρότερη βαρύτητα.Παράλληλα, ενισχύονται διαδικασίες ατομικοποίησης της κοινωνίας. Ο πολίτης αποκόπτεται από τις συλλογικές του αναφορές, από την ιστορική του μνήμη και από την εθνική και κοινωνική του ταυτότητα. Μια κοινωνία χωρίς συνοχή είναι ευκολότερο να διοικηθεί και δυσκολότερο να αντιδράσει. Σύμφωνα με αυτή την κριτική, οι εξελίξεις αυτές ενισχύουν την επιρροή ισχυρών οικονομικών κέντρων και εξωτερικών παραγόντων, ενώ η λαϊκή βούληση περιορίζεται σε μια τυπική εκλογική διαδικασία που συχνά δεν αρκεί για να αλλάξει την πορεία των πραγμάτων.
Πρώτος στόχος είναι η συμμόρφωση των πολιτών στις επιλογές της εκάστοτε εξουσίας. Επόμενος,
η οικονομική τους αποδυνάμωση μέσω πολιτικών που, σύμφωνα με τους επικριτές τους, διευρύνουν τις κοινωνικές ανισότητες, συρρικνώνουν τη μεσαία τάξη και αυξάνουν την οικονομική ανασφάλεια. Η πίεση στο οικογενειακό εισόδημα, η αβεβαιότητα των νέων για το μέλλον, η μετανάστευση χιλιάδων επιστημόνων και η αίσθηση ότι οι θυσίες των πολιτών δεν συνοδεύονται από αντίστοιχα αποτελέσματα ενισχύουν το κλίμα δυσπιστίας απέναντι στο πολιτικό σύστημα.Οι κυβερνήσεις τόσο του Κυριάκου Μητσοτάκη όσο και του Αλέξη Τσίπρα άφησαν έντονο αποτύπωμα στη σύγχρονη πολιτική ιστορία της χώρας. Παρά τις ιδεολογικές τους διαφορές, πολλοί πολίτες θεωρούν ότι ακολούθησαν επιλογές που οδήγησαν σε περαιτέρω εκχώρηση δημόσιου πλούτου, σε αποδυνάμωση της παραγωγικής βάσης και σε αίσθηση ατιμωρησίας. Αντί της ουσιαστικής λογοδοσίας, κυριάρχησε, σύμφωνα με τους επικριτές τους, ένα διαρκές «πλυντήριο» πολιτικών ευθυνών, διευρύνοντας το χάσμα ανάμεσα στην πολιτική εξουσία και στην κοινωνία.
Το πιο ανησυχητικό, όμως, είναι ότι ο πολιτικός παρασιτισμός τείνει να μετατραπεί από παθολογία σε κανονικότητα. Ένα σύστημα που αναπαράγει τον εαυτό του, επιβραβεύει την κομματική εξάρτηση, αποθαρρύνει την αξιοκρατία και συντηρεί πελατειακές λογικές δύσκολα μπορεί να εμπνεύσει εμπιστοσύνη στους πολίτες. Όταν ο παρασιτισμός διαβρώνει τους θεσμούς, δεν πλήττει μόνο την οικονομία. Διαφθείρει τη νοοτροπία της κοινωνίας, υπονομεύει τον πολιτισμό, εξασθενεί την πίστη στη δικαιοσύνη και απομακρύνει τους νέους από την ενεργό συμμετοχή στα κοινά.
Η ανασυγκρότηση της Ελλάδας δεν μπορεί να στηριχθεί μόνο σε επικοινωνιακές διαχειρίσεις ούτε σε εξωγενείς επιταγές. Απαιτεί θεσμική λογοδοσία, παραγωγική ανασυγκρότηση, διαφάνεια, αξιοκρατία και ουσιαστική συμμετοχή των πολιτών στη λήψη των αποφάσεων. Απαιτεί επίσης την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης μεταξύ πολιτείας και κοινωνίας, ώστε οι θεσμοί να λειτουργούν προς όφελος του δημοσίου συμφέροντος. Μόνο έτσι μπορεί να ανακτηθεί η εθνική αυτοπεποίθηση και να διαμορφωθούν οι προϋποθέσεις για μια πορεία ανάπτυξης, κοινωνικής συνοχής και δημοκρατικής σταθερότητας. Διαφορετικά, το πολιτικό έμφραγμα κινδυνεύει να παγιωθεί, με σοβαρές συνέπειες για τη δημοκρατία, την οικονομία και το μέλλον της πατρίδας.
*Καθηγητής Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου