
Όταν ο Ανδρέας Δρυμιώτης εξέφραζε την ανησυχία ότι το αποτέλεσμα των επόμενων εκλογών θα μπορούσε να διαμορφώσει τέτοιους πολιτικούς συσχετισμούς ώστε ο Κυριάκος Μητσοτάκης να βρεθεί αντιμέτωπος ακόμη και με το ενδεχόμενο Ειδικού Δικαστηρίου, δεν εξέφραζε απλώς μια προσωπική πολιτική εκτίμηση. Ο συγκεκριμένος φόβος φαίνεται να υπάρχει και στους επιτελείς του Μεγάρου Μαξίμου.
Και το ερώτημα που αρχίζει να τους απασχολεί δεν είναι μόνο αν η κυβέρνηση θα καταφέρει να διατηρήσει την πρωτιά. Είναι αν θα μπορέσει να συγκρατήσει τη δεξιά και κεντροδεξιά διαρροή που απειλεί να μετατρέψει την επόμενη εκλογική αναμέτρηση σε πολιτικό εφιάλτη.
Γιατί μπορεί η κυβέρνηση να επιχειρεί να ανακόψει το κύμα δυσαρέσκειας με ένα πακέτο παροχών της τάξης των 2 δισ. ευρώ που αναμένεται να παρουσιαστεί στη ΔΕΘ, μπορεί να επενδύει επικοινωνιακά σε εξοπλιστικά προγράμματα και στην περίφημη «αντιαεροπορική ασπίδα» με το Ισραήλ -η αποτελεσματικότητα της οποίας ασφαλώς και επιδέχεται πολιτική και τεχνική συζήτηση— και μπορεί να επιστρατεύει πολιτικές εφεδρείες από τον χώρο του παλιού ΛΑΟΣ.
Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι η κοινωνική και πολιτική δυσαρέσκεια δεν αντιμετωπίζεται τόσο εύκολα με παροχές, εξοπλισμούς και επικοινωνιακές επιχειρήσεις.
Το στοίχημα του Σαμαρά
Σύμφωνα με κύκλους που πρόσκεινται στον πρώην πρωθυπουργό, το περίπου 15% ως δυνητική εκλογική δεξαμενή που του απέδωσε η τελευταία μέτρηση της MRB αποτελεί μεν μια ενθαρρυντική αφετηρία, αλλά δεν αποτυπώνει —κατά την άποψή τους— τη δυναμική που θα μπορούσε να αναπτυχθεί μετά την επίσημη ανακοίνωση ενός νέου πολιτικού εγχειρήματος.
Και εδώ βρίσκεται το κρίσιμο σημείο.
Ένα κόμμα Αντώνη Σαμαρά,
δεν θα διεκδικούσε ψήφους από το σύνολο του εκλογικού σώματος με τον ίδιο τρόπο. Θα επιχειρούσε να χτυπήσει στο μαλακό υπογάστριο της Νέας Δημοκρατίας: στους δεξιούς και κεντροδεξιούς ψηφοφόρους που είτε έχουν απογοητευτεί από την κυβέρνηση Μητσοτάκη είτε θεωρούν ότι η σημερινή Νέα Δημοκρατία έχει απομακρυνθεί από τις πολιτικές και ιδεολογικές αναφορές που παραδοσιακά εξέφραζε.Ακριβώς γι’ αυτό έχει ενδιαφέρον η εκτίμηση που διατυπώνει ο δημοσιογράφος Δημήτρης Μανιάτης στα «ΝΕΑ». Όπως υποστηρίζει, υπάρχει ένα υπαρκτό ρεύμα δυνητικών ψηφοφόρων του Σαμαρά, το οποίο μπορεί να τροφοδοτείται από την αποδοκιμασία της σημερινής κυβέρνησης, από προσωπική απόρριψη του «συστήματος Κυριάκου Μητσοτάκη», αλλά και από βαθύτερες ιδεολογικές μετατοπίσεις που παρατηρούνται ήδη σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Και το σημαντικότερο: Ο Σαμαράς δεν εμφανίζεται από το πουθενά. Έχει διατελέσει υπουργός, βουλευτής, ευρωβουλευτής, αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας και πρωθυπουργός. Έχει εκλεγεί από τη βάση της παράταξης και έχει κυβερνήσει σε μια από τις πιο δύσκολες περιόδους της μεταπολιτευτικής Ελλάδας.
Αυτό του προσφέρει κάτι που άλλα νεότερα πολιτικά εγχειρήματα της Δεξιάς δεν διαθέτουν: έτοιμη πολιτική αναγνωρισιμότητα, οργανωτικές αναφορές και πρόσβαση σε ένα υπαρκτό κομμάτι του παραδοσιακού νεοδημοκρατικού ακροατηρίου.
Το Μαξίμου ίσως κάνει το λάθος να τον υποτιμά
Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι η εκτίμηση ότι το Μέγαρο Μαξίμου ενδεχομένως υποτιμά τον πρώην πρωθυπουργό. Αν ισχύει, πρόκειται για σοβαρό πολιτικό λάθος.
Γιατί οι μέχρι τώρα επιθέσεις εναντίον του Σαμαρά, ιδιαίτερα όταν προέρχονται από πρόσωπα που εμφανίστηκαν σχετικά πρόσφατα στον χώρο της Νέας Δημοκρατίας, μπορεί να λειτουργούν αντίστροφα. Να συσπειρώνουν δηλαδή εκείνους που θεωρούν ότι η σημερινή ηγεσία αντιμετωπίζει αφ’ υψηλού την παραδοσιακή δεξιά βάση.
Και υπάρχει ακόμη ένας παράγοντας που δεν μπορεί να αγνοηθεί: η περιφέρεια.
Σε ένα μεγάλο τμήμα της χώρας, όπου οι κομματικοί δεσμοί, οι προσωπικές πολιτικές σχέσεις και οι παραδοσιακές αναφορές εξακολουθούν να διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο, ένα σαμαρικό εγχείρημα θα μπορούσε να βρει πρόσφορο έδαφος. Αν μάλιστα συνδυαστεί με υποχώρηση άλλων πολιτικών σχηματισμών που σήμερα απορροφούν μέρος της αντισυστημικής ή αντιμητσοτακικής ψήφου, τότε το σκηνικό μπορεί να γίνει ακόμη πιο δυσμενές για τη Νέα Δημοκρατία.
Ο εφιάλτης του 25%
Και κάπου εδώ βρίσκεται ο πραγματικός εκλογικός εφιάλτης του Μαξίμου. Δεν χρειάζεται ένα κόμμα Σαμαρά να γίνει πρώτο κόμμα. Δεν χρειάζεται καν να πλησιάσει τη Νέα Δημοκρατία σε απόλυτα ποσοστά. Αρκεί να αφαιρέσει από αυτήν τις κρίσιμες μονάδες που θα τη ρίξουν κάτω από το 25%. Ένα τέτοιο αποτέλεσμα θα είχε τεράστιες πολιτικές συνέπειες.
Θα έσπαγε την εικόνα της παντοδυναμίας. Θα αμφισβητούσε ευθέως την ηγεμονία Μητσοτάκη μέσα στη Νέα Δημοκρατία. Θα ενίσχυε τις εσωτερικές αντιθέσεις. Και κυρίως, θα δημιουργούσε μια νέα πραγματικότητα στην οποία η σημερινή κυβέρνηση θα έπρεπε να διαχειριστεί όχι μόνο την αντιπολίτευση απέναντί της, αλλά και έναν ισχυρό εσωτερικό ανταγωνιστή από τα δεξιά της.
Κάτω από το 25%, η Νέα Δημοκρατία δεν θα έχει απλώς υποστεί μια εκλογική ήττα. Θα έχει υποστεί συντριβή. Και οι σεισμοί, όπως γνωρίζει πολύ καλά η ιστορία, δεν γκρεμίζουν μόνο τις κορυφές. Αποκαλύπτουν και πόσο σαθρά ήταν τα θεμέλια.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου