Τι ακριβώς είπαμε γιορτάζει απόψε η Θεσσαλονίκη μπροστά στον έφιππο Μέγα Αλέξανδρο; Τριάντα χρόνια μιας επιτυχημένης προσωπικής διαδρομής ή την παράδοση ενός εμβληματικού δημόσιου τοπίου στη σκηνογραφία αυτής της επετείου;
Η διάκριση έχει σημασία, επειδή άλλο πράγμα είναι μια μεγάλη συναυλία και άλλο η αξίωση μιας συναυλίας να αποκτήσει ως σκηνικό ολόκληρη την παραλία.
Ο Αντώνης Ρέμος δικαιούται ασφαλώς να εορτάσει όπως επιθυμεί τα τριάντα χρόνια της καριέρας του, όμως η αποδοχή αυτού του συγκεκριμένου τόπου δεν είναι πολιτιστικά ουδέτερη επιλογή. Όταν δέχεσαι να τοποθετήσεις τη σκηνή σου εκεί, δέχεσαι συγχρόνως ότι η προσωπική σου επέτειος θα δανειστεί τη θάλασσα, το μνημείο, τον ορίζοντα και το ιστορικό βάρος μιας πόλης για να αποκτήσει δημόσιες διαστάσεις.
Το δύσκολο ερώτημα για τον Ρέμο βρίσκεται ακριβώς εδώ: τι έχει επιστρέψει το έργο του στη Θεσσαλονίκη ώστε σήμερα να ζητά από τη Θεσσαλονίκη τόσο πολλά; Η καταγωγή δεν αρκεί ως καλλιτεχνική σχέση και η δήλωση «είμαι Μακεδόνας» δεν αποτελεί αισθητικό επιχείρημα για τη χρήση ενός ιστορικά φορτισμένου δημόσιου χώρου. Ο Θεόδωρος Αγγελόπουλος μπορούσε να κινηματογραφεί αυτή τη γεωγραφία επειδή προηγουμένως την είχε μετατρέψει σε γλώσσα και ιστορική εμπειρία. Δεν χρησιμοποίησε τη Βόρεια Ελλάδα για να μεγαλώσει το κάδρο του,
Στην τριαντάχρονη διαδρομή του Ρέμου, αντιθέτως, δυσκολεύομαι να εντοπίσω τη Θεσσαλονίκη ως καλλιτεχνικό πρόβλημα, ως ιδιαίτερη γλώσσα ή ως εμπειρία που μετασχηματίστηκε σε έργο.
Οι γιγαντοοθόνες που θα στηθούν σε διάφορα σημεία του κέντρου της πόλης έχουν εδώ πολιτική σημασία, επειδή φανερώνουν ποιος τελικά υποχρεώνεται να υπηρετήσει ποιον μέσα στη συγκεκριμένη χωροθέτηση. Το πρόσωπο του ερμηνευτή μεγεθύνεται σε διαστάσεις κτιρίου, η σκηνή κυριαρχεί στην παραλιακή γραμμή και τα εταιρικά σήματα αποκτούν παρουσία μέσα σε έναν δημόσιο ορίζοντα που προϋπήρχε όλων τους.
Δεν πρόκειται πλέον για μουσική που ακούγεται στην πόλη, αλλά για μια ολόκληρη εμπορική αισθητική που εγκαθίσταται επάνω της και απαιτεί να προσαρμοστεί εκείνη στην κλίμακά της.
Τα μπουζούκια βγαίνουν από τον κλειστό χώρο όπου συγκροτήθηκε ιστορικά η αισθητική τους και αποκτούν ξαφνικά αστικό ορίζοντα, χωρίς αυτή η μεταφορά να παράγει αυτομάτως πολιτιστικό νόημα.
Η μεγέθυνση ενός format δεν αποτελεί μεταμόρφωσή του.
Η μεγαλύτερη ευθύνη, βέβαια, παραμένει στον Δήμο Θεσσαλονίκης, επειδή ένας σοβαρός δημόσιος θεσμός δεν υπάρχει για να εξασφαλίζει εντυπωσιακές φωτογραφίες γεμάτες κόσμο και χορηγούς. Υπάρχει ακριβώς για να θέτει το ερώτημα που η αγορά δεν έχει κανέναν λόγο να θέσει:
ποια γεγονότα δικαιούνται ποιους χώρους και με ποια σχέση προς την ιστορία τους;
Όταν αυτή η κρίση αντικαθίσταται από αριθμούς προσέλευσης, τηλεοπτική εμβέλεια και επιχειρηματικές συνεργασίες, ο Δήμος παύει ουσιαστικά να ασκεί πολιτιστική πολιτική και λειτουργεί ως παραγωγός εκδηλώσεων. Και τότε η δωρεάν συναυλία δεν είναι τόσο «δώρο στην πόλη» όσο μια εξαιρετικά προσοδοφόρα συμβολική ανταλλαγή: οι χορηγοί πληρώνουν την παραγωγή, το κοινό εξασφαλίζει τη μαζικότητα και η Θεσσαλονίκη προσφέρει δωρεάν το ακριβότερο πράγμα, το ίδιο της το κύρος.
Αναγνωρίζει τελικά κάτι βαθιά επαρχιώτικο στην πεποίθηση ότι μια πόλη αποδεικνύει τον μητροπολιτικό της χαρακτήρα όταν μπορεί να φιλοξενήσει ένα ολοένα μεγαλύτερο εμπορικό γεγονός σε ολοένα εμβληματικότερο σημείο. Μητρόπολη δεν είναι εκείνη που διαθέτει αρκετό χώρο για να χωρέσει μια τεράστια πίστα, αλλά εκείνη που διαθέτει αρκετή πολιτιστική αυτοπεποίθηση ώστε να γνωρίζει πότε δεν χρειάζεται να τη στήσει.
Ο Δήμος όφειλε να το γνωρίζει και ο Αντώνης Ρέμος, ακριβώς επειδή επικαλείται τη σχέση του με τη Θεσσαλονίκη, όφειλε τουλάχιστον να αντιληφθεί τι αποδέχεται.
Γιατί άλλο να επιστρέφεις ύστερα από τριάντα χρόνια στην πόλη από την οποία ξεκίνησες και άλλο να δέχεσαι να χρησιμοποιηθεί η ίδια η πόλη ως επετειακό σκηνικό της καριέρας σου.
Το πρώτο μπορεί να είναι επιστροφή.
Το δεύτερο παραμένει κατάληψη συμβολικού χώρου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου