Τετάρτη, 31 Ιουλίου 2019

ΕΝΦΙΑ


Tου Σαράντη Μιχαλόπουλου Κατοίκου Ιτέας
Κάποτε υπήρχε ο ΦΑΠ (Φόρος Ακίνητης Περιουσίας) και ο ΦΜΑΠ (Φόρος Μεγάλης Ακίνητης Περιουσίας) που εφαρμόζονταν για ακίνητα αντικειμενικής αξίας μεγαλύτερης ενός αρκετά υψηλού ορίου έτσι, ώστε για πάρα πολλούς ιδιοκτήτες ο φόρος αυτός να είναι μηδενικός και επομένως να μη τους απασχολεί.
Την εποχή των πρώτων μνημονίων, για να εξευρεθούν πρόσθετα έσοδα, αποφασίστηκε ένας «έκτακτος» φόρος (για δύο χρόνια), που ονομάστηκε (αν δεν κάνω λάθος) ΕΤΙΔΙΑ (Έκτακτο Τέλος Ιδιοκτησίας Ακινήτων) και εφαρμόστηκε για όλα τα ακίνητα μέσω του λογαριασμού του ηλεκτρικού ρεύματος.
Ο παραπάνω «προσωρινός» φόρος,
μετατράπηκε στη συνέχεια σε μόνιμο φόρο ΕΝΦΙΑ (Ενιαίος Φόρος Ακίνητης Περιουσίας) και από την πρώτη στιγμή που εφαρμόστηκε, άρχισαν οι εξαγγελίες για μείωσή του κάποια στιγμή, όταν θα το επέτρεπαν τα δημοσιονομικά της χώρας.
Και όταν έφθασε επιτέλους αυτή η στιγμή, άρχισε μία άλλη συζήτηση για το ποια θα ήταν η «κοινωνικά δικαιότερη» μείωση του ΕΝΦΙΑ.
Προεκλογικά, ο ΣΥΡΙΖΑ ψήφισε μείωση του ΕΝΦΙΑ από το 2020, ενώ η ΝΔ, μετά τη νίκη της στις εκλογές του Ιουλίου, έφερε στη Βουλή και ψήφισε σαν πρώτο νόμο της κυβερνητικής της θητείας την από φέτος μείωση του ΕΝΦΙΑ, κλιμακωτά, κατά 30% για τα ακίνητα χαμηλής αντικειμενικής αξίας, μέχρι 10% για τα ακίνητα αντικειμενικής αξίας άνω του 1.000.000 €.
Στη σχετική συζήτηση στη Βουλή, υπήρξε αντιπαράθεση Κυβέρνησης και Αντιπολίτευσης για το γεγονός ότι επιλέχτηκε να υπάρξει μείωση ΕΝΦΙΑ και για τις μεγάλες ακίνητες περιουσίες.
Η Αντιπολίτευση το χαρακτήρισε «ταξική επιλογή» υπέρ των «πλουσίων», ενώ η Κυβέρνηση μίλησε για «αναλογική ισότητα», σύμφωνα με την οποία δεν έπρεπε να υπάρξει «αναίτια εξαίρεση» κάποιων πολιτών από ένα μέτρο «γενικού οφέλους». Για να στηρίξει μάλιστα η Κυβέρνηση την επιλογή της αυτή, ανέφερε τα στοιχεία ότι οι κάτοχοι ακινήτων αξίας άνω του 1.000.000 € είναι περίπου 14.800 σε σύνολο ιδιοκτητών περίπου 7.300.000 (ποσοστό 0,2%) και το όφελός τους ήταν 22 εκατ. € σε σύνολο ελαφρύνσεων 465 εκατ. € (ποσοστό 5%).
Ανατρέχοντας σε κάποιον ορισμό της «κοινωνικής δικαιοσύνης», διαβάζω στο λεξικό Βικιπαίδεια :
«Η κοινωνική δικαιοσύνη είναι ένας στόχος δημόσιας πολιτικής που σχετίζεται με τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να κατανέμονται οι πόροι. Η ισότητα μπορεί να θεωρηθεί ότι ταυτίζεται με την κοινωνική δικαιοσύνη. Ο ορισμός της ισότητας διαφέρει ανάμεσα σε διαφορετικές φιλοσοφίες».
Η Κυβέρνηση επικαλείται, όπως προαναφέρθηκε, την «αναλογική ισότητα», δηλαδή ότι όλοι δικαιούνται μερίδιο σε μία ελάφρυνση, όπως π.χ. η μείωση του ΕΝΦΙΑ, αλλά «αναλογικά», χωρίς το τελευταίο να ορίζεται με σαφήνεια. Εκ του αποτελέσματος συμπεραίνεται ότι η αναλογία αυτή σημαίνει μεγαλύτερη ελάφρυνση στους «φτωχότερους» και μικρότερη στους «πλουσιότερους», όχι όμως αυτή η τελευταία να είναι ακόμη και μηδενική.
Εδώ όμως δεν ορίζεται το κριτήριο του «φτωχού» και του «πλούσιου». Πάλι εκ του αποτελέσματος φαίνεται να εξετάζεται μόνο το κριτήριο της κατοχής ακίνητης περιουσίας και όχι ένας συνδυασμός «περιουσίας και εισοδήματος», με επίσης συνεκτίμηση της συνολικής συμμετοχής ενός ατόμου στα κοινά βάρη, μέσω της πληρωμής φόρων.
Με άλλα λόγια, θα ήταν ενδιαφέρον να εξεταζόταν ένας δείκτης εισοδήματος / αξίας ακινήτων που έχει κάποιος, καθώς και ένας άλλος δείκτης φόρου / αξίας ακινήτων. Για παράδειγμα, θα ήταν ενδιαφέρον να μάθουμε πόσα εισοδήματα δηλώνουν αυτοί οι 14.800 και τι φόρο έχουν πληρώσει για τα εισοδήματα αυτά, ώστε να ξέρουμε αν οι «πλούσιοι» στα ακίνητα είναι και πλούσιοι στα εισοδήματα και αν πληρώνουν αναλογικά υψηλούς φόρους, ώστε να δικαιολογείται να έχουν και εκείνοι μερίδιο στις φορολογικές ελαφρύνσεις.
Δυστυχώς, για μία ακόμη φορά η σχετική συζήτηση στη Βουλή δεν άγγιξε την κατά τη γνώμη μου καρδιά του θέματος «κοινωνική δικαιοσύνη» που είναι το κατά πόσο οι πολίτες συμμετέχουν στα βάρη ανάλογα με τις δυνατότητές τους και απολαμβάνουν τα οφέλη ανάλογα με τις ανάγκες τους. Μήπως όμως κάτι τέτοιο είναι πολύ «ρομαντικό» και εν τέλει «ουτοπικό» ;


Δεν υπάρχουν σχόλια: