Παρασκευή, 19 Μαΐου 2017

Ο ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ «ΒΓΑΖΕΙ ΤΟ ΚΑΠΕΛΟ» ΣΤΟΝ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ! «ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ ΑΝΔΡΕΑ ΔΕ ΘΑ ΦΤΑΝΑΜΕ ΣΕ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΠΟΝΤΙΑΚΗΣ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑΣ»

Ο ΑΟΚΝΟΣ ΑΓΩΝΑΣ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ ΓΙΑ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΠΟΝΤΙΑΚΗΣ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑΣ & Η ΑΔΡΑΝΕΙΑ ΜΗΤΣΟΤΑΚΗ- ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΦΕΚ
Ως γνωστόν η 19η Μαΐου ορίστηκε από τη Βουλή ως «Ημέρα Μνήμης για τη Γενοκτονία των Ελλήνων στο Μικρασιατικό Πόντο» το 1994, κατόπιν εισήγησης του τότε Πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου.
Το ζήτημα όμως για τον καθορισμό ημέρας μνήμης και αναγνώρισης της γενοκτονίας ήλθε το 1989, το 1991 και το 1992 στη Βουλή και πέρασε από πολλά εμπόδια μέχρι να δημοσιευτεί σε ΦΕΚ.
Το χρονικό της αναγνώρισης

Όπως αναφέρει στο χρονικό για την αναγνώριση της Ποντιακής Γενοκτονίας το drachmi5.gr, στις 17 Μαΐου 1991 η Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΠΑΣΟΚ, υπό την προεδρία του Ανδρέα Παπανδρέου, υιοθέτησε την πρόταση της οργανωμένης τότε ομάδας  Ποντίων βουλευτών για την αναγνώριση της 19ης Μαίου ως ημέρας μνήμης των θυμάτων της γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου. Στο επόμενο διάστημα το ζήτημα τέθηκε επιτακτικά στη  νέα κυβέρνηση του Κώστα Μητσοτάκη της ΝΔ,
η οποία την ίδια περίοδο αντιμετώπιζε και το πρόβλημα της ονομασίας της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας.
Στις 18 Μαρτίου 1991 οι υπογράφοντες 10 βουλευτές «Θεόδωρος Κατσανέβας, Γιάννης Διαμαντίδης, Ντίνος Βρεττός, Στέλιος Παπαθεμελής, Βασίλης Παπαδόπουλος, Αλέκος Δαμιανίδης, Γιάννης Μελίδης, Γιώργος Παπανδρέου, Παναγιώτης Σγουρίδης, Παρασκευάς Φουντάς» καταθέτουν σχετική ερώτηση. Επειδή δεν υπήρξε κυβερνητική απάντηση μέσα στο διάστημα των 20 ημερών όπως  ισχύει υποχρεωτικά απ΄ τον κανονισμό της Βουλής, η ερώτηση μετατρέπεται σε επερώτηση, της οποίας όμως η συζήτηση αναβάλλεται. Τελικά η επερώτηση συζητείται σε πολύωρη συνεδρίαση στη Βουλή  “με θέμα την καθιέρωση της 19ης Μαίου ως ημέρα μνήμης της γενοκτονίας που έγινε σε βάρος 350.000 Ελλήνων Ποντίων στο διάστημα 1916-1922”.
Ανάμεσα σε αυτούς που κατέθεσαν την επερώτηση ήταν οι Θεόδωρος Κατσανέβας,   Στέλιος Παπαθεμελής, Θεόδωρος Πάγκαλος, Γιώργος Παπανδρέου,Χάρης Καστανίδης,Μάκης Κουρής, Ευάγγελος Γιαννόπουλος,Γιώργος Πασχαλίδης, Νίκος Ακριτίδης, Λευtέρης  Κωνσταντινίδης, Παναγιώγης Κρητικός. Η αναγνώριση της γενοκτονίας αποτελούσε, σύμφωνα με τον εισηγητή του ΠΑΣΟΚ Θεόδωρο Κατσανέβα, αφενός “υποχρέωση στην εθνική μνήμη και στοιχείο γόνιμης πολιτικής”, ο οποίος επισημαίνει ότι : “Η ύπαρξη 300.000 ή και περισσοτέρων Ελλήνων, Ρωμιών, κρυπτοχριστιανών ή εκμουσουλμανισμένων στην Τουρκία, ασφαλώς και πρέπει να ανασυρθεί από τη λήθη της εξωτερικής μας πολιτικής, την ίδια στιγμή που η Τουρκία μιλά για δήθεν καταπίεση της Μουσουλμανικής μειονότητας στη Δυτική Θράκη. Και προτείνει να διερευνηθεί η δυνατότητα ίδρυσης νέου Προξενείου ή η μεταφορά του Προξενείου από την Αδριανούπολη στις περιοχές της Τόνιας, όπου κατοικούν οι περισσότεροι απ΄ αυτούς τους Έλληνες”.
Στη συζήτηση της Βουλής γίνονται  αναφορές σε συλλόγους Ποντίων που δραστηριοποιούνται σε όλα τα μέτωπα, παρά το γεγονός ότι ο “οργανωμένος ποντιακός χώρος” είναι διασπασμένος σε αντιπαλόμενα στρατόπεδα. Ανάμεσα στις προτάσεις που κατέθεσε ο Θεόδωρος Κατσανέβας εκ μέρους του ΠΑΣΟΚ  ήταν και η “…καταδίκη της απαρχής μιας νέας γενοκτονίας της Τουρκίας σε βάρος του Κουρδικού λαού, στήριξη της Αρμενίας στο θέμα του Ναγκόρνο Καραμπάχ και ανάπτυξη φιλικών σχέσεων και επαφών με χώρες όπως η Ρωσία, η Ουκρανία, η Γεωργία, η Συρία. Οι λόγοι είναι ευνόητοι”.…Ας είναι και αυτή η συζήτηση μια ακόμα σπουδή και σπονδή΄ στη μαρμαρωμένη πατρίδα, στη μαχαιρωμένη γη του Πόντου, στη χαμένη Ρωμανία, που όμως ανθεί και φέρει και άλλο!”
Ο Νίκος Ακριτίδης συσχετίζει την υπόθεση της Γενοκτονίας με τη στάση της  τουρκικής πολιτικής τάξης στο Κουρδικό και στη γενικότερη πολιτική της γειτονικής χώρας στα Βαλκάνια. Κεντρικό ρόλο παίζει το Μακεδονικό ζήτημα  στην επιχειρηματολογία του: “Ζούμε ως Έθνος μια πολύ κρίσιμη καμπή της  ιστορικής μας πορείας και συναντιόμαστε για μια ακόμη φορά με την ιστορία μας. Και αυτό επιβεβαιώθηκε με το περίφημο θέμα των Σκοπίων αλλά και τις άλλες προκλήσεις, θρασύτατες και ανιστόρητες, που έγιναν στην περιοχή των βορείων συνόρων μας …”
Ο Παναγιώτης Σγουρίδης αναφέρει ότι“… λαοί που δεν έχουν μνήμη, έχουν παρελθόν και παρόν. Δεν έχουν μέλλον. Έχουμε λοιπόν χρέος να ανοίξουμε τους φακέλους της γενοκτονίας των λαών της Μικράς Ασίας. Πρέπει η παγκόσμια κοινή γνώμη να υποχρεώσει τους Τούρκους να αναγνωρίσουν τα εγκλήματα, γιατί αν δεν τα αναγνωρίσουν η τουρκική  κοινωνία, το τουρκικό κράτος, είναι έτοιμο να τα ξαναεπαναλάβει.
Ο Ιωάννης Διαμαντίδης αναφέρει : “… βλέπουμε σήμερα τον τουρκικό επεκτατισμό να γίνεται επικίνδυνος όσο ποτέ άλλοτε, όταν βλέπουμε το μουσουλμανικό τόξο που ζώνει τη Χώρα μας από Ανατολή μέχρι Δύση, στα σύνορά  μας, όταν άλλοι λαοί που έχυσαν αίμα, με χιλιάδες θύματα, όπως οι Αρμένιοι που αναγνωρίστηκε η γενοκτονία τους από τον ΟΗΕ το 1948, όταν η γενοκτονία των Εβραίων αναγνωρίστηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν είναι ακόμα ανοιχτό το τεράστιο  θέμα της κατοχής του 40% της Κύπρου από την Τουρκία – και δεν ξέρουμε τι γίνεται με τους Έλληνες της Κύπρου που βρίσκονται στα κάτεργα της Τουρκίας και θέλω να πω ότι για μένα είναι λάθος να αναφερόμαστε σε αυτούς ως αγνοούμενους, θα έπρεπε να μιλάμε για εγκλείστους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στα βάθη της Ανατολής- τότε θεωρώ αδιανόητο τον όποιο δισταγμό της Κυβέρνησης και την καθυστέρηση για την αναγνώριση της γενοκτονία των Ποντίων και την καθιέρωση της 19ης Μαϊου ως ημέρα εθνικής μνήμης». [πρακτικά της Βουλής]
Στους επερωτώντες βουλευτές απάντησε η υφυπουργός επί των Εξωτερικών Βιργινία Τσουδερού και αφού αναφέρθηκε εκτενώς για την κατάσταση των προσφύγων από τη Σοβιετική Ένωση και την πολιτική της κυβέρνησης στο ζήτημά της αποκατάστασής τους, κατέληξε και στο θέμα της γενοκτονίας, αναφέροντας ότι “… η Κυβέρνηση μπορεί να δεχθεί να βγει ένα ψήφισμα από το Ελληνικό Κοινοβούλιο που να πει ότι θεωρούμε αναγκαίο να οριστεί μια ημέρα μνήμης, για τις σφαγές χιλιάδων ομογενών από τους Οθωμανούς, καθώς και για τις αλησμόνητες πατρίδες του Πόντου”.
Μετά τη χρήση της λέξης “σφαγές” από την υφυπουργό επενέβη ο Θεόδωρος Κατσανέβας, ο εισηγητής του ΠΑΣΟΚ, και προσπάθησε να τη διορθώσει  λέγοντας ότι: “Σφαγές; Γενοκτονία, κυρία Υπουργέ”. Σε αυτό ανταπάντησε η υφυπουργός ότι “η  λέξη γενοκτονία έχει μια ευρύτερη έννοια, σημαίνει γενοκτονία ολόκληρου του έθνους. Οι Πόντιοι είναι ένα πολύτιμο μέρος”. Αμέσως παρενέβη ο Νίκος Ακριτίδης ρωτώντας: “Που το λέει αυτό…” Η υφυπουργός ζήτησε να μην τη διακόπτουν και συνεχίζοντας είπε “… διότι πραγματικά η σφαγή των Ποντίων υπήρξε πριν και απ΄ αυτήν των Αρμενίων. Και είναι κάτι το οποίο κακώς δεν είναι γνωστό”.
Στη δευτερολογία του ο Θόδωρος Κατσανέβας υποστηρίζει  ότι “είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι 300-400.000 Πόντιοι στη Μικρά Ασία δολοφονήθηκαν επειδή ήταν Έλληνες, όχι γιατί διέπραξαν κανένα έγκλημα. Αυτή είναι η έννοια της γενοκτονίας και με τη διεθνή σύμβαση του 1948”. Και διορθώνοντας την υφυπουργό σημείωσε και το εξής: “Σαν ημέρα … όχι σφαγής, αλλά της γενοκτονίας και μνήμης για τις αλησμόνητες πατρίδες”.Και καταλήγει  “… εκείνο που προέχει πάνω από όλα είναι σήμερα να αντιστρέψουμε τη συρρίκνωση του Ελληνισμού. Η Τουρκία έχει πλείστα όσα προβλήματα. Ευχής έργο είναι οι δύο λαοί, ο Ελληνικός και ο Τουρκικός, να ζήσουν κάτω από ένα πλέγμα φιλίας και συνεννόησης μεταξύ μας. Αλλά αυτό δεν εξαρτάται από εμάς. Εξαρτάται και από εκείνους, αλλά και από τη διεθνή συγκυρία. Η διεθνής συγκυρία όχι μόνο δεν είναι εναντίον μας, αλλά αν την εκμεταλλευτούμε και την αξιοποιήσουμε κατάλληλα αν δούμε την ανάδειξη μιας νέας πραγματικότητας ενός μεγάλου γίγαντα, που κάποια στιγμή θα ανατείλει, της Ρωσίας, τον γίγαντα που λέγεται Ορθόδοξη Εκκλησία, τις χώρες Αρμενία – θα επιμείνω σ΄ αυτό – αλλά και τους Κούρδους και τη Συρία και τη Βουλγαρία, που προσωρινά ερωτοτροπεί με τους Τούρκους, αν εκμεταλλευτούμε και αξιοποιήσουμε όλη αυτή τη δυναμική, πιστεύω ότι ο Ελληνισμός θα αναστρέψει τη συρρίκνωσή του και θα μπορέσει να ζήσει για πάντα”.
Τον Αύγουστο του 1992, το Γ΄ Παγκόσμιο Ποντιακό Συνέδριο που εγκαινίασε ο τότε Πρωθυπουργός Κων/νος Μητσοτάκης, με ψήφισμά του θέτει το ζήτημα της αναγνώρισης της 19ης Μαΐου ως ημέρας μνήμης για τη γενοκτονία των Ποντίων. Στο ψήφισμα, αναφέρεται μεταξύ άλλων : “Είναι γνωστό, πως για τα Εγκλήματα Γενοκτονίας, δεν υπάρχει παραγραφή των Αδικημάτων. Στηριζόμαστε, λοιπόν, πάνω στην αρχή αυτή και ΖΗΤΑΜΕ την Ηθική Δικαίωση, για τον Απάνθρωπο θάνατο των Ιεραρχών μας, των πολεμάρχων, των Ιερομονάχων, των Επιχειρηματιών μας, των Επιστημόνων μας, των Δασκάλων, των Μανάδων, των Πατεράδων, των Αδελφών  μας, που οι ψυχές τους  ζητούν τη δικαίωση”.
Στο ίδιο διάστημα γίνονται πολλές παρασκηνιακές διαβουλεύσεις σε επίπεδο κομμάτων και κυβέρνησης. Τελικά κατατίθεται και νέα ερώτηση στη Βουλή για το ίδιο ζήτημα στις 16 Σεπτεμβρίου του 1992 από τους βουλευτές:«Θόδωρο Κατσανέβα, Γιάννη Ανθόπουλο και Λευτέρη Κωνσταντινίδη». Στην ερώτηση επισυνάπτεται και το σχετικό αίτημα του Γ΄  Παγκόσμιου Ποντιακού Συνεδρίου για την αναγνώριση της γενοκτονίας.
Η αρμόδια Υφυπουργός  Εξωτερικών κα Βιργινία Τσουδερού, δίνει την ακόλουθη απάντηση στην ως άνω ερώτηση:«Σε απάντηση της ανωτέρω ερωτήσεώς σας αναφέρουμε ότι η καθιέρωση της ημέρας μνήμης για τη γενοκτονία του ποντιακού ελληνισμού έπρεπε να είχε γίνει από χρόνια. Αφ΄ ης στιγμής στα πορίσματα του Γ΄ ποντιακού συνεδρίου του ποντιακού ελληνισμού αναφέρεται ότι η ημερομηνία αυτή πρέπει να είναι η 19η Μαΐου, η Κυβέρνηση είναι διατεθειμένη να προχωρήσει στην κατάθεση σχετικού ψηφίσματος στην ολομέλεια του σώματος το ταχύτερο δυνατό.» Είναι η πρώτη φορά που η κυβέρνηση, ύστερα από τις πολλαπλές επίσημες και ανεπίσημες πιέσεις και διαβουλεύσεις, υιοθετεί το σχετικό αίτημα
Το Μάϊο του 1993, υποβάλλεται από την ίδια ομάδα των βουλευτών του ΠΑΣΟΚ σχέδιο νόμου για την αναγνώριση της 19ης Μαΐου ως ημέρα μνήμης για τη γενοκτονία των Ποντίων. Παράλληλα, ανταποκρινόμενοι στο αίτημα της Εθνικής Αρμενικής Επιτροπής Ελλάδας κατατίθεται παρόμοιο σχέδιο νόμου για την αναγνώριση της 24ης Απριλίου ως ημέρας μνήμης για τη γενοκτονία του 1,5 εκ. Αρμενίων από τους Τούρκους
Στις 18 Μαΐου του 1993 εκδίδεται μήνυμα του τότε Υφυπουργού Εξωτερικών κ. Βύρωνα Πολύδωρα στο οποίο γινόταν ανοιχτά μνεία για το ζήτημα της γενοκτονίας των 350.000 Ποντίων και κατέληξε με την έκκληση ότι είναι αναγκαίο «….να σταθούμε σιωπηλοί μπροστά  σε μια από τις τραγικότερες σελίδες της ιστορίας μας». Το μήνυμα αυτό οδήγησε σε διάβημα διαμαρτυρίας του τουρκικού υπουργείου εξωτερικών».
Τελικά, στις 24 Φεβρουαρίου 1994, με τη νέα κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου που προήλθε από τις εκλογές του 1993, έρχεται πρόταση νόμου με εισηγητή τον Λευτέρη Κωνσαντινίδη, η οποία ψηφίζει ομόφωνα την ανακήρυξη της 19ης Μαΐου ως Ημέρας Μνήμης για τη Γενοκτονία των Ελλήνων στο μικρασιατικό Πόντο. Ο τούρκικός τύπος θεώρησε την αναγνώριση ως άλλη μια ελληνική πρόκληση, ενώ τα γεγονότα στον Πόντο παρουσιάστηκαν ως ειρηνική αναχώρηση για την Ελλάδα 100.000 Ρωμιών.

Το ιστορικό ΦΕΚ με τον νόμο 2193/94, που δημοσιεύτηκε στις 11 Μαρτίου 1994 στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Φύλλο 32 Α’) καθιερώνει την 19η Μαΐου ως Ημέρα Μνήμης της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου.

 Ο ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ «ΒΓΑΖΕΙ ΤΟ ΚΑΠΕΛΟ» ΣΤΟΝ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ! «ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ ΑΝΔΡΕΑ ΔΕ ΘΑ ΦΤΑΝΑΜΕ ΣΕ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΠΟΝΤΙΑΚΗΣ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑΣ»
O πολιτικός και κοινωνιολόγος με ποντιακές ρίζες Mιχάλης Χαραλαμπίδης σε ένα πρόσφατο αλλά επίκαιρο κείμενο του αποκαθιστά την ιστορική μνήμη του Ανδρέα Παπανδρέου και ειδικότερα όσον αφορά στην συνεισφορά του στο Ποντιακό θέμα.
Σημειώνεται, πως κατόπιν εισήγησης του τότε Πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου, η Βουλή των Ελλήνων αναγνώρισε τη γενοκτονία το 1994, και ψήφισε την ανακήρυξη της 19ης Μαϊου ως «Ημέρα Μνήμης για τη Γενοκτονία των Ελλήνων στο Μικρασιατικό Πόντο».
Το κείμενο του Μιχ. Χαραλαμπίδη:
«Η καθιέρωση της 19ης Μαΐου ως ημέρας μνήμης της Ποντιακής γενοκτονίας είναι η υψηλότερη ηθικά και ανθρωπιστικά στιγμή του Ελληνικού Κοινοβουλίου.
Μπορεί έως ότου φθάσουμε σε αυτήν την στιγμή να είχαμε μεγάλες πολιτικές συγκρούσεις με τον Ανδρέα Παπανδρέου. Ήταν όμως συγκρούσεις και στιγμές που εξυψώνουν την πολιτική ως την ευγενέστερη έκφραση του ανθρώπου. Τιμούν την πολιτική, τους ανθρώπους, τους πρωταγωνιστές της.
Σε άλλη χώρα αυτός ο κύκλος θα διδάσκονταν στις σχολές Πολιτικών Επιστημών και Ιστορίας. Εκεί όπου ακολουθούν τον Ελληνικό τρόπο.
Οφείλω να επαναλάβω ότι χωρίς τον τότε Πρωθυπουργό, τον Ανδρέα Παπανδρέου, δεν θα φθάναμε σε αυτήν την μεγάλη στιγμή της αναγνώρισης.
Η αποσιώπηση όπως παρατηρώ από την μια πλευρά αυτής της συμβολής, αποτελεί έκφραση μικρότητας και ανανδρίας.
Από την άλλη η διαστρέβλωση, η προσβολή, η απαξίωση των ηθικών και ανθρωπιστικών κινήτρων των πρωταγωνιστών της αναγνώρισης, είναι φασισμός σουλτανικού τύπου. Ο χειρότερος φασισμός, η υψηλότερη βαρβαρότητα κατά τον Καρλ Μαρξ.
Ο Ανδρέας Παπανδρέου το 1994 ήξερε ότι δεν έχει μπροστά του πολλά χρόνια ζωής, ούτε ήταν στην αρχή του πολιτικού του βίου για να έχει ως κίνητρο τις ψήφους.
Ο φασισμός από όπου και αν προέρχεται δεν έχει θέση στην Δημοκρατία, την Δημόσια Ζωή. Πολύ περισσότερο στην Κυβέρνηση.
Όσο για εμένα προσωπικά δεν θα μιλήσω. Δεν θα πω τι έγινε τότε. Η παράδοση μας λέει κάτι για την υπεράσπιση των ιερών. Με τον φασισμό δεν κάνεις διάλογο. Τον περιφρονείς. Είναι κατευθυνόμενος φασισμός, έγραψα το 2014 όταν είδα το κείμενο της «Αυγής». Τότε που όλοι σιώπησαν.
Σήμερα όμως οφείλω να υπερασπίσω την Πολιτική Μνήμη του Ανδρέα Παπανδρέου σε μία από τις υψηλότερες στιγμές της.
Η Ιστορία λέει ότι ποτέ δεν έκανα «χρήση» των αγώνων μου. Είναι η φιλία, η αγάπη προς την Πόλη και την Επιστήμη που με κινεί. Αυτό προτείνω προς τις νέες γενιές.
Εμείς ήμασταν και είμαστε με τις ιδεολογίες της ζωής και όχι τις ιδεολογίες του θανάτου.
Η 19η Μαΐου συμβολίζει την επιστροφή του ανθρωπισμού στην Μικρά Ασία. Ζώνη της Humanitas την ονόμαζε ο Κικέρων. Ο σπουδαστής της Ρόδου.
Αυτή είναι σήμερα η τάση της ιστορίας»..









1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Ο φασισμός από όπου και αν προέρχεται δεν έχει θέση στην Δημοκρατία, την Δημόσια Ζωή. Πολύ περισσότερο στην Κυβέρνηση.
Όσο για εμένα προσωπικά δεν θα μιλήσω. Δεν θα πω τι έγινε τότε. Η παράδοση μας λέει κάτι για την υπεράσπιση των ιερών. Με τον φασισμό δεν κάνεις διάλογο. Τον περιφρονείς. Είναι κατευθυνόμενος φασισμός, έγραψα το 2014 όταν είδα το κείμενο της «Αυγής». Τότε που όλοι σιώπησαν.
Σήμερα όμως οφείλω να υπερασπίσω την Πολιτική Μνήμη του Ανδρέα Παπανδρέου σε μία από τις υψηλότερες στιγμές της.
Η Ιστορία λέει ότι ποτέ δεν έκανα «χρήση» των αγώνων μου. Είναι η φιλία, η αγάπη προς την Πόλη και την Επιστήμη που με κινεί. Αυτό προτείνω προς τις νέες γενιές.
Εμείς ήμασταν και είμαστε με τις ιδεολογίες της ζωής και όχι τις ιδεολογίες του θανάτου.