Τρίτη 30 Μαΐου 2017

ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΟΠΟΥ ΤΟ ΛΟΥΜΠΕΝ ΕΓΙΝΕ MAINSTREAM ΚΑΙ Ο «ΕΛΛΗΝΑΡΑΣ» ΠΡΟΤΥΠΟ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ

Η εργαλειοποίηση του μίσους και η κατάσταση ζεν της αντιπολίτευσης
Οι περισσότεροι θεωρούσαμε όλα αυτά χρόνια ότι το πρόβλημα που προκάλεσαν στην κοινωνία όλοι οι τάχα ηρωικοί αντιμνημονιακοί αγώνες ήταν οικονομικό. Ότι καθυστέρησαν τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις που θα έβγαζαν από το τέλμα την οικονομία, ότι κράτησαν στο απυρόβλητο συντεχνίες και ομάδες που είχαν προνομιακό διάλογο με την εκάστοτε εξουσία, ότι οδήγησαν την χώρα που ήταν βυθισμένη στην ύφεση να δίνει μάχες οπισθοφυλακής.
Το τρομοκρατικό χτύπημα κατά του κ. Λουκά Παπαδήμου, όπως και οι αντιδράσεις που ακολούθησαν, ανέδειξαν το μείζον πρόβλημα, που φοβόμασταν να αντικρίσουμε κατάματα. Η ελληνική κοινωνία δεν διχάστηκε απλά. Αποσαθρώθηκε. Τρελάθηκε. Αποσταθεροποιήθηκε. Η ρητορική του μίσους που χρησιμοποίησε προεκλογικά η σημερινή κυβέρνηση για να έρθει στην εξουσία,
τα συνθήματα «ή τους τελειώνουμε ή μας τελειώνουν», οι κραυγές για προδότες, προσκυνημένους και δοσίλογους, η διάχυση της ανομίας και της ανοησίας, η προκλητική ανοχή και το χάιδεμα της τρομοκρατίας οδήγησαν να βγει στην επιφάνεια το περιθώριο. Να αποθεωθεί. 
Το λούμπεν έγινε mainstream. Οι πιο κατακριτέες συμπεριφορές άρχισαν να αποτελούν ένδειξη μαγκιάς. Αυτά που κάποιος ντρεπόταν να εκστομίσει έστω και σε μία παρέα, έγιναν περήφανες διακηρύξεις στα social media και τα τηλεπαράθυρα. Ο «ελληνάρας» που με ντροπή και ενοχή βρισκόταν βαθιά κρυμμένος μέσα μας, βγήκε με θράσος δικαιωμένος στην επιφάνεια και αποτέλεσε περήφανο πρότυπο συμπεριφοράς. Η μόρφωση, τα πτυχία και η επαγγελματική καταξίωση αντιμετωπίζονται αν όχι με μίσος, με καχυποψία. Οι χυδαιολογίες και το bullying στους ιδεολογικούς αντιπάλους ονομάστηκε ηρωικός αγώνας και η αριστεία ρετσινιά.  
Ποιος θα μπορούσε έστω και να φανταστεί ότι σε μία χώρα με δημοκρατικό πολίτευμα θα γινόταν τρομοκρατικό χτύπημα κατά πρώην πρωθυπουργού, ενός ανθρώπου που όπως αποκαλύφθηκε αρνήθηκε ακόμα και τον μισθό του πρωθυπουργού και θα τολμούσε η πρώην πρόεδρος της Βουλής να γράψει μία μόλις μέρα μετά και ενώ ο άνθρωπος βρισκόταν ακόμα στην εντατική «εγώ δε θα καταδικάσω τη βία, θα καταδικάσω τα μνημόνια». Η γυναίκα που κατείχε το τρίτο κατά σειρά πολιτειακό αξίωμα της χώρας έγραψε: «στον τραυματισθέντα» (λες και είχε τροχαίο) «δοτό μνημονιακό πρωθυπουργό, που κατέλαβε το αξίωμα με πραξικόπημα και υπηρέτησε πιστά την μνημονιακή τυραννία, εύχομαι ταχεία ανάρρωση. Όταν αποκατασταθεί η Δημοκρατία και λειτουργήσει η Δικαιοσύνη στη χώρα, θα κριθεί». Όταν η γυναίκα που κατείχε κορυφαίο θεσμικό αξίωμα γράφει έτσι, πώς να απαιτήσει κανείς σοβαρότητα, υπευθυνότητα και δημοκρατικά αντανακλαστικά από τα ημιεγγράμματα τρολ του διαδικτύου; Πριν κάποια χρόνια, ακόμα κι αν κάποιος αντιπαθούσε το θύμα μίας τρομοκρατικής επίθεσης, θα το εξομολογούνταν στα στενά όρια της παρέας του κι αυτό με συστολή και ένα αίσθημα ενοχής. Ένα τμήμα του πολιτικού συστήματος της χώρας όμως γαλούχησε μία ολόκληρη γενιά στην έλλειψη στοιχειώδους κοινωνικής συμπεριφοράς, στον κοινωνικό φθόνο και το ταξικό μίσος 
Η εργαλειοποίηση της βίας, η επένδυση στη μνησικακία, η πυροδότηση θυμικών αντανακλαστικών, οι θλιβερές αναλύσεις περί δικαιολογημένης καλής βίας δημιούργησαν πρόσφορο έδαφος για την αποσταθεροποίηση σημαντικού τμήματος της κοινωνίας, που θεώρησε πρότυπο συμπεριφοράς αυτό του μεθυσμένου ψευτονταή σε παρακμιακό νυχτερινό κέντρο. Όταν ένας κωμικός ηθοποιός και τότε βουλευτής των ΑΝΕΛ γράφει δημόσια στο twitter «λάθος ανθρώπους σκότωνε η 17 Νοέμβρη», «πούστη προδότη Παπαδήμο», «Μόνο η βία θα μας σώσει τέλος» και κατόπιν αυτών, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ ΑΝΕΛ τον ανταμείβει τοποθετώντας τον υφυπουργό Εργασίας, ποιο μήνυμα στέλνεται στην κοινωνία; Όταν η ανακοίνωση ενός κόμματος αναφέρει «η κυβέρνηση Παπαδήμου είναι πολιτική Χούντα για την επιβολή δημοσιονομικής πειθαρχίας και ως τέτοια πρέπει να αντιμετωπίζεται» (!), όταν η ίδια εφημερίδα παρομοιάζει τον κ. Παπαδήμο με τον δικτάτορα Παπαδόπουλο, όταν site μετέπειτα ευρωβουλευτή του ίδιου κόμματος βγάζει τον Παπαδήμο ντυμένο με ναζιστική στολή, τη στιγμή που η ΧΑ έχει μόνιμη επωδό τη λέξη Χούντα, η κοινωνία λαμβάνει ένα συγκεκριμένο σήμα. Το ίδιο και όταν η κ. Φωτίου σχολιάζει από τηλεπαράθυρο «είναι προφανές ότι και ο Άδωνις έχει προκαλέσει εξαιρετικά τον ελληνικό λαό» όταν ρωτήθηκε για την τρομοκρατική επίθεση με γκαζάκια εναντίον του.
Εάν κανείς είχε απορία για την έννοια της θεωρίας των δύο άκρων μπορούσε να ρίξει μία ματιά στα social media και στα σχόλια που ακολούθησαν της τρομοκρατικής επίθεσης. Φασίστες όλων των αποχρώσεων χασκογελούσαν με τη δολοφονική επίθεση κατά του πρώην πρωθυπουργού, κάποιοι εύχονταν να είχε πεθάνει, άλλοι προανάγγελναν και επόμενες τρομοκρατικές επιθέσεις. Σε ποιο κράτος του κόσμου θα έμεναν ατιμώρητες τόσο προκλητικές προτροπές σε ποινικά αδικήματα;
Διότι είναι διαφορετική η πολιτική κριτική, τα επιχειρήματα, η άποψη και η πολιτική αντιπαράθεση ακόμα και σε υψηλούς ή πολύ υψηλούς τόνους και διαφορετική η υποκίνηση σε πράξεις βίας, η στοχοποίηση, η διαπόμπευση, οι χυδαιολογίες και η ρητορική του μίσους. Είναι άλλο να αντικρούει κανείς την αντίπαλη άποψη και διαφορετικό να προσβάλλεις την προσωπικότητα κάποιου αποκαλώντας τον μίσθαρνο όργανο, προσκυνημένο ή προδότη. Είναι διαφορετικό να γράψει κανείς για το ναυάγιο του Eurogroup, να μεμφθεί τον εκάστοτε πρωθυπουργό για την ανακολουθία λόγων και έργων, να ασκήσει σκληρή κριτική για μία αποτυχημένη πολιτική και άλλο να λες επικίνδυνες ανοησίες για Πηλιογούσηδες ή για κρεμάλες και να γράφεις «η κυβέρνηση είναι Χούντα και ως τέτοια πρέπει να αντιμετωπίζεται». Σε μία δημοκρατική κοινωνία η πολιτική κριτική δεν έχει καμία σχέση με τη συκοφαντία, τα γιαουρτώματα και τους προπηλακισμούς, που σύμφωνα με κάποιους συνέβαιναν εξαιτίας της «δικαιολογημένης οργής των πολιτών, διότι ο Πάγκαλος προκάλεσε τον ελληνικό λαό», χωρίς να αντιλαμβάνονται ότι όταν ανέχεσαι, υποδαυλίζεις ή πυροδοτείς πράξεις βίας, κάποιος αφελής μπορεί να κάνει κάτι ανεπανόρθωτο.
Τεράστια ευθύνη φυσικά έχουν και τα κόμματα της σημερινής αντιπολίτευσης. Διότι αντιδρούν με αντανακλαστικά χελώνας στο γιγάντωμα του φασισμού. Όταν κορυφαίος υφυπουργός της κυβέρνησης χαρακτηρίζει τους πολιτικούς του αντιπάλους ως «γκεσταπίτες» και όλα ανεξαιρέτως τα κόμματα αντιδρούν σαν να βρίσκονται σε κωματώδη αφασία, οι πολίτες μπερδεύονται. Λαμβάνουν λάθος μήνυμα. Το θεωρούν σαν κάτι το φυσιολογικό. Τα κόμματα της αντπολίτευσης σε κατάσταση ζεν έχουν μετατραπεί σε απλούς θεατές της επικαιρότητας, σαν όλα αυτά που συμβαίνουν, να συμβαίνουν αλλού. Σαν να μην έχουν ευθύνη οι ίδιοι να επιβάλλουν τη νομιμότητα, σαν να είναι απλοί αρθρογράφοι και σχολιαστές. 
Η αδράνεια και η χλιαρή τους στάση φτάνει σε τέτοιο βαθμό, που προκαλεί πλέον ερωτηματικά για τις αιτίες που την προκαλούν. Τι θα συνέβαινε άραγε εάν την εποχή που ήταν υπουργός ο Γιάννης Στουρνάρας αποκαλούσε τους βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ «γκεσταπίτες»; Δε θα απαιτούσαν την καθαίρεσή του; Αντ’ αυτής, τα κόμματα της αντιπολίτευσης βγάζουν χαριτωμένες κοινότοπες ανακοινώσεις για την ανάγκη εθνικής συστράτευσης. Γι’ αυτό άλλωστε έχουν χάσει την επικοινωνιακή μάχη από τα αποδυτήρια. «Αρωγός» στο κλίμα αποσταθεροποίησης βέβαια όλα αυτά τα χρόνια είναι και τα ΜΜΕ. Που θεώρησαν ότι το χρέος τους στην κρίση είναι το χάιδεμα και η συλλογική απενοχοποίηση των πολιτών, που, όπως και να το κάνουμε, πάντα φέρνει νούμερα. 
Το ήθος με το οποίο διεξάγεται η πολιτική αντιπαράθεση βρίσκεται στο χειρότερο σημείο από οποιαδήποτε άλλη στιγμή στην μεταπολιτευτική ιστορία και ο δημόσιος διάλογος εξαντλείται στην ύπαρξη σεξισμού ή μη στη φράση «αν φοράτε παντελόνια» που είπε πρόσφατα ο Ανδρέας Λοβέρδος

Δεν υπάρχουν σχόλια: